Βαριά εγκληματικότητα

  • Δημοσιεύτηκε: 23 Ιούνιος 2021

    Με αφορμή τη φρικτή δολοφονία στα Γλυκά Νερά πολλά ακούστηκαν και γράφτηκαν, κάποια εκ των οποίων υπερέβησαν, ως συνήθως, τα όρια της υπερβολής ή και της γελοιότητας ακόμη. Ανάμεσα σε αυτά ξεχώρισαν όσα αποτύπωναν την τρελή χαρά των εμπνευστών τους που ο δολοφόνος τελικά δεν ήταν ένας λαθρομετανάστης, αλλά ένας «βέρος Ελληναράς», και μάλιστα με χαρακτηριστικά στοιχεία στρατολάγνου, γυμνασμένου, φαλλοκράτη – ένα εκρηκτικό κοκτέιλ, δηλαδή, δυνάμει δολοφόνου! Αν ήταν και ακροδεξιός, θα έδενε το γλυκό, αλλά εκεί δεν τους βγήκε (το αντίθετο μάλιστα).

    Τα «παπαγαλάκια» της ορθοπολιτικής, τόσο στις δημοσιογραφικές όσο και στις πολιτικές εκφάνσεις τους, δεν άφησαν να χαθεί χρόνος. Από την πρώτη στιγμή επέκριναν όσους έσπευσαν να υιοθετήσουν την άποψη ότι οι δολοφόνοι ήταν αλλοδαποί, «ξεχνώντας» βέβαια ότι η εκδοχή αυτή αφενός είχε δομηθεί με βάση όσα είχε ισχυριστεί ο τότε συντετριμμένος σύζυγος και μετέπειτα δολοφόνος, αφετέρου ότι την είχαν από την αρχή υιοθετήσει οι περισσότεροι από αυτούς.

    «Ξέχασαν» βεβαίως και τα πάμπολλα στυγνά εγκλήματα με θύτες αλλοδαπούς εγκληματίες, από τους χιλιάδες που εισέβαλαν τα τελευταία χρόνια στην πατρίδα μας. Οι συγγενείς, όμως, της Μυρτούς στην Πάρο, του Μανώλη στο κέντρο της Αθήνας, του Νίκου στου Φιλοπάππου, του επιχειρηματία στην Έξω Παναγίτσα Χαλκίδας και πολλών άλλων δολοφονημένων ή κακοποιημένων Ελλήνων δεν ξεχνούν. Ζουν το δικό τους δράμα, μαζί με όσα δικά τους πρόσωπα κατάφεραν να επιβιώσουν από τις δολοφονικές ενέργειες αλλοδαπών. Για αυτούς είναι τουλάχιστον ύβρις αντιδράσεις σαν αυτές που τείνουν να εξισώσουν ή και να υποβαθμίσουν τη βαριά εγκληματικότητα των αλλοδαπών με αυτήν των Ελλήνων.

    Συζητώντας προ ετών με ανώτατο στέλεχος του Εγκληματολογικού της Ελληνικής Αστυνομίας, μου αποκάλυψε ότι τα τελευταία χρόνια (αναφερόταν στη δεκαετία του 2000) η βαριά εγκληματικότητα είχε αλλάξει δραματικά, τόσο από πλευράς της ανθρωπογεωγραφίας της, λόγω της συντριπτικής συμμετοχής των αλλοδαπών, όσο και της ποιότητας των εγκλημάτων, που διακρίνονταν πια για την ιδιαίτερη σκληρότητά τους και την πλήρη έλλειψη σεβασμού προς την ανθρώπινη ζωή. Ήταν η εποχή που είχε ξεκινήσει η βαριά εγκληματικότητα κυρίως Αλβανών, Γεωργιανών, αλλά και άλλων υπηκόων πρώην κομμουνιστικών καθεστώτων, στα οποία η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής υπό την οπτική του ιστορικού υλισμού ήταν επόμενο να δημιουργήσει τέτοια φαινόμενα.

    Και αν αυτό συνέβη με λαούς που, παρά τον πνευματικό σκοταδισμό και την καταπίεση μερικών δεκαετιών, είχαν υποσυνείδητα μια επαφή με την ευρωπαϊκή πνευματική κληρονομιά αιώνων, αντιλαμβάνεται αβίαστα κάποιος τι συμβαίνει ήδη με λαούς ενός «άλλου κόσμου», όπου η αξία της ζωής ζυγιάζεται πολύ διαφορετικά, με εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις, τόσο κοινωνικές όσο και θρησκευτικές. Όπως αναφέρει σε πρόσφατο άρθρο του ο δρ. Κοινωνιολογίας του Πάντειου Πανεπιστημίου και ε.α. υποστράτηγος της Ελληνικής Αστυνομίας Ευάγγελος Στεργιούλης, «ο σταδιακός μετασχηματισμός της ελληνικής παραδοσιακής κοινωνίας σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία από τα μέσα της δεκαετίας του ‘90 και μετά επηρέασε δραστικά και τον χάρτη της εγκληματικότητας της χώρας σε όλες τις εκφάνσεις της».

    Αν αυτή η σκληρή αλήθεια ανεχόμαστε να αποσιωπάται για χάρη πολιτικών σκοπιμοτήτων και για την εξυπηρέτηση μιας κακώς νοούμενης «πολιτικής ορθότητας», τότε ας μην εκπλαγούμε όταν το επόμενο φρικιαστικό έγκλημα, που θα συμβεί στη γειτονιά μας, πιθανότατα θα ξεφεύγει κατά πολύ από τα «παραδοσιακά ελληνικά πρότυπα».

    Κατηγορία: