Ο Μάκης Βορίδης για τα νέα μέτρα

  • Δημοσιεύτηκε: 29 Σεπτέμβριος 2011

    Θα ήθελα να ξεκινήσω με μια παράκληση προς τον παριστάμενο κύριο Υπουργό. Αν έχει την ευγενή καλοσύνη, να διαβιβάσει την προσωπική μου έκκληση στον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης και Υπουργό Οικονομικών να μην επαναλάβει άλλη φορά στο Κοινοβούλιο αυτή την σαρανταπεντάλεπτη ομιλία του την οποία έχω ακούσει δεκαπέντε φορές. Είναι δε πανομοιότυπη. Έχει μάλιστα συγκεκριμένα κεφάλαια, έχει δε επαναλήψεις του τύπου «να γνωριστούμε καλύτερα». Νομίζω ότι το καταλάβαμε. Έχουμε γνωριστεί ξανά όλοι καλύτερα. Η έκκλησή του να γνωριστούμε καλύτερα έχει επαναληφθεί καμιά δεκαριά φορές. Στο τέλος από την οικειότητα αυτής της νέας μας γνωριμίας ενδέχεται να δημιουργηθούν παράξενοι συνειρμοί. Επομένως, ας βάλουμε ένα όριο.

    Και στην επόμενη παρέμβαση ο κύριος Αντιπρόεδρος, αν έχει την ευγενή καλοσύνη, να μας διαφωτίσει σε κάτι συγκεκριμένο γιατί τα γενικά τα εμπεδώσαμε. Συμφωνούμε ή διαφωνούμε, πάντως τα εμπεδώσαμε. Καταλάβαμε τι θέλει να μας πει. Σώζει την πατρίδα και δεν γίνεται αλλιώς και όλα αυτά τα σχετικά. Έγινε κατανοητό. Να πάμε τώρα και σε κάτι πιο συγκεκριμένο. Αυτή είναι η έκκληση.

     

    Μιλώντας για το πιο συγκεκριμένο, πάλι αν έχει την ευγενή καλοσύνη - ή ενδεχομένως να δεχθεί εδώ την πρόκληση και ο παριστάμενος Υφυπουργός - να μας πει το εξής συγκεκριμένο. Δεν ψηφίσαμε, δεν ψηφίσατε εσείς, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, μέτρα με το Μεσοπρόθεσμο; Δεν ήταν αυτά πρόσθετα μέτρα μετά από άλλα προηγούμενα μέτρα; Δεν ήταν υποτίθεται τα τελευταία μέτρα - να θυμίσω στους κυρίους συναδέλφους - του τότε Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, που μόλις είχε αναλάβει το Υπουργείο, ο οποίος μάλιστα έθετε το ζήτημα του πόσο άδικα και σκληρά είναι αυτά τα μέτρα και πόσο δεν τα υποστηρίζει. Δεν μας έλεγε ότι αυτό είναι το τέλος και θα έρθει το μεγάλο εθνικό φορολογικό σύστημα που θα λύσει τα ζητήματα, θα δημιουργήσει σταθερό φορολογικό περιβάλλον; Δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο; Θυμάται φαντάζομαι η Αίθουσα, θυμούνται οι κύριοι συνάδελφοι όλη αυτή τη ρητορική.

    Και πριν ο αλέκτωρ λαλήσει τρεις έρχονται νέα μέτρα και αναφέρομαι στο μέτρο που πρόκειται να ψηφιστεί αύριο οριστικώς, αν και η Νέα Δημοκρατία αποφάσισε να σας συνδράμει σʼ αυτό επί της αρχής, δηλαδή σας διευκόλυνε και ψήφισε την αρχή του νομοσχεδίου για να περνάει πιο εύκολα το συγκεκριμένο μέτρο του τέλους ακινήτων, που είναι 2,6 δισεκατομμύρια. Έρχονται λοιπόν και άλλα μέτρα που δεν είναι αρκετά και προφανώς δεν καλύπτονται από τη δημοσιονομική κατάσταση, τα οποία ανακοινώνονται σταδιακώς αυτό το χρονικό διάστημα.

    Ας αφήσουμε λοιπόν τις γενικότητες περί της σωτηρίας της χώρας, γιατί αυτό είναι το σενάριο που έχει ακουστεί και το καταλάβαμε. Η Κυβέρνηση εδώ πρέπει να εξηγήσει τις αστοχίες της. Πρέπει να δώσει εξηγήσεις και όχι να επιχειρηματολογεί γενικά για τη σωτηρία της χώρας, γιατί και ο ελληνικός λαός και το ελληνικό Κοινοβούλιο έχουν δείξει πολύ μεγάλη κατανόηση σʼ αυτό το επιχείρημα.

    Τώρα το ερώτημα είναι αν υπάρχει τέλος στην κυβερνητική αβελτηρία, η οποία αβελτηρία συνδέεται με νέα μέτρα. Αυτό συζητάμε, την αστοχία σας. Δεν συζητάμε σε τελευταία ανάλυση για το αν πρέπει να εφαρμοστεί ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής. Συζητάμε ποιο πρέπει να είναι αυτό το πρόγραμμα και αν αυτό το πρόγραμμα που ψηφίσατε εσείς, που είναι το Μεσοπρόθεσμο, τελικώς δεν αποδίδει και χρειάζονται περισσότερα πράγματα. Αυτή είναι η συζήτηση.

    Σʼ αυτή τη συζήτηση δεν μπορείτε να εγκαλείτε τη συζήτηση. Τι περιμένετε να γίνει; Με συγχωρείτε, αλλά αυτό πρέπει να ακουστεί γενικώς και στη διεθνή κοινότητα. Τι περιμένετε να γίνει; Θα έρχεστε εσείς να αποτυγχάνετε, επειδή αποτυγχάνετε - γιατί δεν κάνετε αυτά που πρέπει να κάνετε - θα εφαρμόζετε μετά φορομπηχτικές πολιτικές και πρέπει όλοι οι υπόλοιποι να σας χειροκροτούμε σʼ αυτές τις φορομπηχτικές πολιτικές, γιατί αν σας πούμε ότι αποτύχατε, αυτό σημαίνει ότι δεν επιτελούμε το πατριωτικό μας καθήκον. Έχετε αντιληφθεί δηλαδή ως πατριωτικό καθήκον από την Αντιπολίτευση την επιδοκιμασία της αποτυχίας του ΠΑΣΟΚ. Βρίσκεστε σε πλήρη σύγχυση!

    Αφήστε και τα άλλα περίεργα που άκουσα από τον κ. Υπουργό σήμερα το πρωί. Η δημοκρατία, λέει, οι εκλογές δεν αποτελούν απάντηση. Δεν δίνουν πολιτική λύση. Δεν το κατάλαβα αυτό. Εδώ αρχίζουμε να έχουμε ψευδαισθήσεις μεγαλείου! Αρχίζουν εδώ ορισμένοι και αισθάνονται μονοκράτορες. Δεν υπάρχει άλλος σʼ αυτό τον κόσμο. Αν φύγει δηλαδή ο κύριος Αντιπρόεδρος τι θα γίνει; Θα καταρρεύσει η χώρα;

    Ελπίζω να μην έχει υπάρξει τέτοια ταύτιση του εθνικού συλλογικού με το πρόσωπο. Συνέβη σε δύσκολες στιγμές της ιστορίας αυτό και δεν κατέληξε ποτέ ως σπουδαία μια τέτοιου τύπου ταύτιση. Αυτό προέκυψε γιατί άκουσα μια τοποθέτηση του κυρίου Αντιπροέδρου που έλεγε: «Τι λέτε για το ζήτημα των εκλογών; Μήπως οι εκλογές θα δώσουν λύση;»

    Βεβαίως και θα δώσουν λύση οι εκλογές. Πάντοτε δίνουν λύση. Οι εκλογές αποτυπώνουν ποια είναι η βούληση του λαού τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή για το ποιος θέλει να τον κυβερνήσει. Προφανώς αποτελούν λύση οι εκλογές. Το αν εσείς επιλέγετε να πάτε σε εκλογές ή όχι, αυτό εξαρτάται από εσάς.

     

    Έρχομαι λίγο στο συγκεκριμένο. Έχουμε κάνει μία σειρά από παρατηρήσεις, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι - κι έχετε όλοι παρακολουθήσει τη διαδικασία της Επιτροπής - πάνω στα ζητήματα της τραπεζικής εποπτείας. Εγώ θα επαναλάβω ορισμένες, τις οποίες θέσαμε από τη δική μας πλευρά.

    Τραπεζική εποπτεία ενισχυμένη. Μάλιστα. Να δεχθούμε την κατεύθυνση, να δεχθούμε ότι πράγματι θα έπρεπε να πάμε σε ενισχυμένη τραπεζική εποπτεία. Σύμφωνοι. Σε τι συνίσταται όμως η ενίσχυσή της; Γράφουν εδώ λοιπόν τα κείμενα, οι διατάξεις: «Διευρύνονται…». Γιατί αυτό είναι το σημαντικό. Ούτως ή άλλως είχαμε τραπεζική εποπτεία και θα σας πω ότι εν πολλοίς το βασικό σύστημα της τραπεζικής εποπτείας διατηρείται σταθερό. Παραμένει όπως ήταν στους βασικούς του άξονες. Σε τι έγκειται όμως η ενίσχυση; Προστίθενται διατυπώσεις πιο ανοιχτές.

    Να εξηγήσω τι εννοώ και να αναφερθώ σʼ ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, στο άρθρο 62. Πότε η Τράπεζα της Ελλάδος μπορούσε να πάρει προληπτικά εποπτικά μέτρα; Όταν τα πιστωτικά ιδρύματα δεν συμμορφώνονταν προς τις απαιτήσεις των νόμων και τις αποφάσεις της Τραπέζης της Ελλάδος. Μάλιστα. Πότε μπορεί να πάρει τώρα; Τι είναι αυτό το οποίο προστίθεται; Λέει: «Μπορούν επίσης να ληφθούν προληπτικά εποπτικά μέτρα όταν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις μη συμμόρφωσης των τραπεζών». Δηλαδή όχι όταν απλώς οι τράπεζες έχουν παραβιάσει, αλλά όταν μʼ έναν τρόπο, που δεν προσδιορίζεται, υπάρχουν ενδείξεις ότι δεν πρόκειται να συμμορφωθούν. Εδώ, ξέρετε, πηγαίνουμε σʼ αυτό που λέμε στα νομικά «ενδιάθετο βουλητικό», δηλαδή αυτό το οποίο βρίσκεται μέσα στον καθένα, που είναι και δύσκολο να το καταλάβεις. Πού να ξέρεις τώρα ο καθένας τι πρόκειται να κάνει εκ των προτέρων, να ξέρεις εσύ εκ των προτέρων τι πρόκειται να κάνει αυτός; Είναι ένα από τα πιο δύσκολα σημεία. Εδώ όμως, με αυτή την ανοιχτή διατύπωση μπορούν να ληφθούν προληπτικά μέτρα.

    Ή, παραδείγματος χάρη, άλλο το οποίο προστίθεται: «Μπορούν επίσης να ληφθούν μέτρα και μάλιστα τα μέτρα αυτά συνίστανται» - αυτό είναι που προστίθεται - «στην εκ μέρους της Τράπεζας της Ελλάδος προηγούμενη έγκριση συναλλαγών, που κατά την κρίση της είναι δυνατόν να αποβούν σε βάρος της φερεγγυότητας του πιστωτικού ιδρύματος». Προσέξτε. Εδώ δηλαδή πού βρισκόμαστε πια; Εδώ η Τράπεζα της Ελλάδος αξιώνει προκαταβολικώς να εγκρίνει συναλλαγές. Ερώτηση: Δεν θα μπει εδώ ένα όριο, δεν θα μπει ένα ύψος; Όλες τις συναλλαγές; Όποια της αρέσει; Και μʼ αυτήν την έννοια, τι γίνεται με το τραπεζικό σύστημα; Η Τράπεζα της Ελλάδος με ποιον τρόπο τελικώς και τι υπερεξουσίες αποκτά;

    Ακούστε τις διατυπώσεις που αλλάζουν στο ένα τους σημείο, στο άρθρο 63. Είναι το άρθρο 2 του σχεδίου νόμου που αλλάζει το άρθρο 63 του ν. 3601/2007. Τι είναι αυτό που προστίθεται; Πότε δύναται να διορίσει επίτροπο η Τράπεζα της Ελλάδος; Προστίθεται τώρα αυτό: «Όταν το πιστωτικό ίδρυμα προβαίνει σε σοβαρές ή κατʼ εξακολούθηση παραβάσεις διατάξεων νόμου». Μπορώ να ρωτήσω ποια είναι η σοβαρή και ποια η μη σοβαρή; Ποιος το αξιολογεί αυτό; Πώς ελέγχεται; Με ποιο κριτήριο; Τι αποτελεί μία ασήμαντη, μη σοβαρή, μη σημαντική παράβαση νόμου και τι αποτελεί σοβαρή;

    ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΥΣΕΛΑΣ: Αυτή που θέτει σε κίνδυνο...

    Αυτή που θέτει σε κίνδυνο. Εγώ δέχομαι την ερμηνεία σας, κύριε Κουσελά, μου αρέσει και θα ήμουν έτοιμος να προσχωρήσω. Μόνο που αυτό είναι η δική σας ερμηνεία. Δεν ξέρω τι θα πει ο Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος επʼ αυτού, πώς θα ερμηνεύσει μία τέτοια ανοιχτή διάταξη και δεν ξέρω και πώς θα αντιδράσει η τράπεζα που θα δεχθεί τον επίτροπο κατόπιν μιας τέτοιας ανοιχτής ερμηνείας. Ενδεχομένως να προσφύγει στα δικαστήρια και να πει «ξέρετε, αυτό δεν ήταν σοβαρό» και να ανοίξει λοιπόν εδώ μία τέτοια, αν θέλετε, συζήτηση. Δείτε παραπέρα: «Ή όταν η επιχειρηματική του πορεία» - της τραπέζης δηλαδή, του τραπεζικού ιδρύματος - «δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες για τη χρηστή και συνετή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων από τη διοίκησή του». Τι είναι αυτό; Τι σημαίνει «εύλογες αμφιβολίες»; Ποιες είναι οι εύλογες και ποιες οι μη εύλογες; Τι είναι η χρηστή και συνετή διαχείριση; Αυτές είναι διατυπώσεις, επιτρέψτε μου, με τις οποίες εγκαθίσταται επίτροπος, δηλαδή, υπάρχει μία πολύ σημαντική κρίσιμη νομική συνέπεια.

    Έχει μείνει ακόμη ανοικτό το ζήτημα τι γίνεται με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Έτσι όπως παραμένουν οι διατυπώσεις σήμερα - η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, απλώς το λέω για τη νοηματική ενότητα της συζήτησης, είναι ένα από τα μέτρα που έχει δικαίωμα να διατάξει, ας το πω έτσι, να ορίσει ο επίτροπος, από τη στιγμή που μπήκε μία τράπεζα σε διαδικασία - λέει, λοιπόν, ότι πρέπει να αυξήσουμε το μετοχικό κεφάλαιο. Μάλιστα. Ποιος θα καταβάλει αυτήν την αύξηση; Να λοιπόν μία μεγάλη συζήτηση, η οποία συνδέεται και με την τροπολογία για το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

    Εμένα τι θα μου φαινόταν λογικό; Την αύξηση θα την καταβάλλουν οι μέτοχοι. Αυτοί πρέπει να καταβάλουν την αύξηση, δική τους είναι η τράπεζα, αυτοί έχουν μετοχικό κεφάλαιο, δικαίωμα προτίμησης πρέπει να έχουν, ειδικώς οι παλιοί μέτοχοι, ας καταβάλλουν την αύξηση.

    Οι τραπεζίτες δεν φωνάζαμε εδώ πέρα πόσα λεφτά έχουν βγάλει, πού είναι τα λεφτά και τα τόσα υπερκέρδη που έχουν οι τράπεζες και όλη αυτή η κουβέντα; Τώρα, λοιπόν, οι τράπεζες μπορεί να χάνουν λεφτά. Ας έρθουν λοιπόν οι τραπεζίτες και όταν λέω οι τραπεζίτες, μπορεί να εννοώ τους μεγαλομετόχους, αλλά και να το πω διαφορετικά και όποιος έχει τραπεζικές μετοχές, μπορεί να τις πιστεύει, μπορεί να θέλει να συμμετάσχει στις αυξήσεις. Γιατί να αφαιρέσουμε το δικαίωμα των παλαιών μετόχων - όπως είναι εδώ η νομοθετική ρύθμιση - να συμμετέχουν στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου; Με ποια λογική; Εμένα μου φαίνεται το απολύτως λογικό να συμμετέχουν στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, όχι να μην συμμετέχουν.

    Εδώ επιτρέψτε μου να διαφωνήσω - γιατί έχει εκφράσει μία γνώμη η Κεντρική Τράπεζα - και με την άποψη που εκφέρει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Όταν τίθεται κριτική σε αυτό το θέμα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ξέρετε τι λέει; Παραπέμπει στο άρθρο περί αποζημιώσεως των μετόχων. Δηλαδή τι λέει; Από αυτόν εδώ τον περιορισμό μπορεί οι παλιοί μέτοχοι να υφίστανται μία ζημιά. Δεν πειράζει, ας τους αποζημιώσουμε. Άρα, λοιπόν, εγώ επιμένω ότι εδώ θα πρέπει αυτό το ζήτημα της προτίμησης των παλαιών μετόχων να απαλειφθεί. Οι παλιοί μέτοχοι πρέπει να έχουν δικαίωμα προτιμήσεως.

    Ποια είναι η συνέχεια; Η συνέχεια θα έπρεπε να είναι, ότι η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου θα έπρεπε να καλύπτεται από την αγορά. Θα έπρεπε να μπορεί να συμμετέχει κάποιος στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου. Αν δεν υπάρξει ενδιαφέρον, μπαίνει το ζήτημα, πλέον, της διασώσεως μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Ερώτημα το οποίο τίθεται στη γνώμη της Ευρωπαϊκής Τράπεζας και δεν απαντάτε στο νομοσχέδιο. Το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, όμως, είναι Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου. Επομένως, ένα Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου έρχεται και καταβάλλει λεφτά, για να πάρει το μετοχικό κεφάλαιο της τραπέζης, τα οποία όμως χρήματα στην πραγματικότητα είναι κρατικά χρήματα. Γιατί τα χρήματα του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας έχουν δοθεί ουσιαστικά από το ελληνικό δημόσιο.

    Ερώτημα: Δεν θα έπρεπε - και επισημαίνεται αυτό στη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εδώ ορθώς επισημαίνεται - να διασφαλίζεται, ότι αν συμμετάσχει το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, να αποκτήσει, πλέον, το ελληνικό δημόσιο τις μετοχές, όχι μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, αλλά απευθείας το ελληνικό δημόσιο. Δηλαδή να πάμε σε μία απευθείας κρατικοποίηση των τραπεζών;

    Αυτού του τύπου, λοιπόν, οι παρατηρήσεις - και λέω μόνο μερικές - είναι αυτές οι οποίες καταρχήν έτσι όπως είναι διατυπωμένες οι διατάξεις σήμερα, μας οδηγούν στην καταψήφισή τους.

    Θέλω να πω το εξής: Έχει επιφυλαχθεί η Κυβέρνηση να καταθέσει διορθώσεις πάνω στις διατάξεις αυτές. Αντιλαμβάνεστε ότι η συζήτηση σε λίγο τελειώνει. Δεν είναι δυνατόν να καθορίζεται η στάση των πολιτικών κομμάτων και των Εισηγητών τη στιγμή που στην πραγματικότητα φτάνουμε στο πέρας της συζητήσεως και ακόμα δεν έχουμε δει ποιες είναι αυτές.

    Επομένως - ας το πω έτσι - ακόμη και αν κατατεθούν τώρα διορθώσεις, εμείς δεν πρόκειται να αλλάξουμε τη στάση μας, για τον απλούστατο λόγο ότι αυτές θα πρέπει να κατατίθενται έγκαιρα προκειμένου να τηρείται η στοιχειώδης, αν θέλετε, κοινοβουλευτική διαδικασία.

    Μία τελευταία παρατήρηση - επειδή ο χρόνος παρήλθε κατά πολύ - είναι ότι δυστυχώς ο τρόπος με τον οποίο διεξήχθη αυτή η συζήτηση αδίκησε κατά πολύ το μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

    Θέλω μόνο να κάνω μία κριτική παρατήρηση στη στάση της Νέας Δημοκρατίας και θα ήθελα και μία απάντηση ως προς αυτό. Στο βασικό κείμενο του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, σε μία από τις βασικότερες παραγράφους, εκεί που εξηγείται - αν θέλετε - ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσεται το ποιες είναι οι προϋποθέσεις, για να καταρτιστεί μία σύμβαση δανείου με το δανειζόμενο κράτος-μέλος και με τον μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, λέει το εξής: Ότι προϋπόθεση είναι η υπογραφή ενός μνημονίου. Το Μνημόνιο αυτό είναι ένα μνημόνιο, με το οποίο αναλαμβάνονται δημοσιονομικές, μακροοικονομικές, οικονομικές δεσμεύσεις πολιτικής, γιατί αυτές τις υποχρεώσεις τις αναλαμβάνει το δανειζόμενο μέρος.

    Να πω την αλήθεια, κύριοι Υπουργοί, εμένα αυτό μου φαίνεται και αρκετά λογικό. Προφανώς, όταν καλούνται είκοσι τρεις χώρες να εγγυηθούν στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας - που είναι ο δανειστής - ότι πρόκειται να αποπληρώσουν αυτές σε περίπτωση που δεν πληρώσει ο δανειζόμενος, δεν είναι προφανές ότι θέλουν να ξέρουν πώς θα πορευθεί δημοσιονομικά αυτό το κράτος το οποίο δανείζεται; Εμένα ως εκεί το πράγμα μου φαίνεται απολύτως κατανοητό.

    Όμως, η ερώτηση απευθύνεται προς την Αξιωματική Αντιπολίτευση. Το Μνημόνιο, λοιπόν, αποτελεί προϋπόθεση. Τονίζω ότι αυτό δεν είναι ένα οποιοδήποτε μνημόνιο. Είναι ένα μνημόνιο, το οποίο έχει δημοσιονομικές δεσμεύσεις. Είναι ένα μνημόνιο, το οποίο έχει μακροοικονομικές δεσμεύσεις. Είναι ένα μνημόνιο, το οποίο εν πολλοίς θα είναι κάτι σαν το Μνημόνιο που έχει ήδη υπογραφεί. Η ερώτηση είναι: Γιατί τώρα σας αρέσει αυτός ο μηχανισμός; Διότι εσείς έχετε μια βασική αντίρρηση με το Μνημόνιο, απʼ ό,τι κατάλαβα.

    Άρα, λοιπόν, τι θα γίνει; Αυτό το Μνημόνιο, το οποίο θα υπογραφεί τότε, το οποίο αποτελεί – ξαναλέω - προϋπόθεση ενεργοποίησης της δανειακής συμβάσεως δεν θα υφίσταται; Είναι εκεί!

    Παρά ταύτα, επιλέξατε να το υπερψηφίσετε και επισημαίνω - εγώ δεν θεωρώ ότι κάνετε άσχημα που το υπερψηφίζετε, προφανώς κάνετε πολύ καλά που το υπερψηφίζετε - μια μικρή αντίφαση στη ρητορική σας, αυτή η οποία κυριάρχησε όλο τον προηγούμενο χρόνο και έρχεστε σήμερα στην πραγματικότητα να ψηφίσετε μηχανισμούς ενεργοποίησης αυτών των συμφωνιών.

    ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ (Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών): Κατʼ αναλογία, μπορώ και εγώ να απευθύνω μια ερώτηση σε σας; Γιατί ψηφίσατε το πρώτο και δεν ψηφίζετε το δεύτερο;

    Δεν περίμενα αυτή την ερώτηση από εσάς. Εσείς είστε εισηγητής του νόμου περί δημοσιονομικής ευθύνης. Στο νόμο περί δημοσιονομικής ευθύνης ξέρετε πολύ καλά ότι το Μεσοπρόθεσμο αποτελεί δημοσιονομικό εργαλείο. Δεν αποτελεί μνημόνιο. Αυτό θα το είχαμε ούτως ή άλλως για το νόμο περί δημοσιονομικής ευθύνης.

    Τελειώνω, κύριε Πρόεδρε, με μια τελευταία παρατήρηση. Εκεί, λοιπόν, ο καθένας τοποθετείται με το περιεχόμενο. Εμείς διαφωνήσαμε με την πολιτική σας και ξέρετε πού διαφωνήσαμε. Διαφωνήσαμε εκεί που δικαιωνόμαστε, στο ότι δηλαδή έπρεπε να έχετε ακολουθήσει την αρχική σας γραμμή: 2/3 περικοπή δαπανών, 1/3 από τη φορολογία. Εκεί την ανατρέψατε και γιʼ αυτό καταψηφίσαμε.

    Ένα τελευταίο ζήτημα. Έχει ανακύψει ένα θέμα με τους εκπροσώπους των εργαζομένων στην Τράπεζα της Ελλάδος. Υπάρχουν εκεί δυο σωματεία. Δεν πιστεύω ότι η Βουλή μπορεί να εμπλακεί και να δεσμευθεί στο ποια θα είναι η συνδικαλιστική εκπροσώπηση. Λέω, όμως, ότι υπάρχει ένα ζήτημα και αυτό κάπως θα πρέπει να το δούμε, υπό την έννοια ότι ο ένας σύλλογος δεν εκπροσωπείται, ενώ ο άλλος εκπροσωπείται. Θεωρώ ότι κάποια στιγμή αυτό κάπως πρέπει να αντιμετωπιστεί.

    Ευχαριστώ πολύ.

    Κατηγορία: