Μακεδονία, Republic of Macedonia, Republika Makedonija ή κράτος των Σκοπίων;

  • Δημοσιεύτηκε: 12 Νοέμβριος 2007

    Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ με το Ψήφισμα 817/1993 σημειώνει με σαφήνεια ότι "η διαφορά που έχει προκύψει επί του ονόματος του Κράτους (της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας) είναι ανάγκη να επιλυθεί προς το συμφέρον της διατήρησης των σχέσεων ειρήνης και καλής γειτονίας στην περιοχή". Με λιγότερο διπλωματικούς όρους αυτό σημαίνει ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι το όνομα "Δημοκρατία της Μακεδονίας" θα μπορούσε να αποτελέσει απειλή για την ειρήνη και τις σχέσεις καλής γειτονίας στα Βαλκάνια. Υπό αυτό το πνεύμα και μόνον ο ΟΗΕ έκανε δεκτό ως μέλος το κράτος με την προσωρινή ονομασία "Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας".

    Υπό τις τρέχουσες εξελίξεις είναι σημαντικό να αποκαταστήσουμε στη μνήμη μας το ιστορικό: Tο όνομα που υιοθετήθηκε από το νεαρό τότε ανεξάρτητο κράτος όχι μόνο υποδηλώνει βλέψεις και αλυτρωτικά οράματα, αλλά παράλληλα μεταφέρει τέτοιες αξιώσεις στις επόμενες γενιές. Επομένως, το όνομα της Μακεδονίας, οικειοποιημένο από ένα πολυεθνικό κρατικό μόρφωμα είχε προαναγγείλει τις επερχόμενες εντάσεις, τριβές και την αστάθεια στα Βαλκάνια καθώς επίσης εγκυμονούσε κινδύνους ότι αυτά τα συνεχίζονταν επί μακρόν.

    Τα τελευταία χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σε πολλές περιπτώσεις αναγνωρίσει ότι ο όρος "Μακεδονία" εκ μέρους της ΠΓΔΜ υποδηλώνει επεκτατικές βλέψεις, ότι το εν λόγω κράτος θα έπρεπε να υιοθετήσει συνταγματικές και πολιτικές εγγυήσεις ώστε να διαβεβαιώσει την Ελλάδα ότι δεν διαθέτει επεκτατικές βλέψεις εις βάρος της Ελλάδος και ότι δεν θα διενεργούσε κρατική προπαγάνδα εναντίον της Ελλάδος.

    Το ότι "η διαφορά επί της ονομασίας" και οι ευρύτερες διακλαδώσεις του προβλήματος αποτελούσαν ένα πολύ σοβαρό θέμα τεκμηριώθηκε πολύ σύντομα από μια αναφορά του τότε Γ.Γ. ΟΗΕ κ. Μπούτρος Γκάλι που έφτασε στο Συμβούλιο Ασφαλείας με την οποία "αν μια κοινά αποδεκτή διευθέτηση δεν μπορέσει να επιτευχθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη, η ειρήνη στην περιοχή μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο".

    Υπάρχουν κάποια γεγονότα τα οποία χρειάζεται να θυμάται οποιοσδήποτε ασχοληθεί σοβαρά με το θέμα επίλυσης της σχετικής διαφοράς. Η Μακεδονία είναι μια γεωγραφική περιοχή στα Βαλκάνια που ξεπερνά τα διεθνή σύνορα των βαλκανικών κρατών (Ελλάδα, ΠΓΔΜ, Βουλγαρία, Αλβανία). Ωστόσο Μακεδονία ονομάζεται και μια επαρχία της Ελλάδος. Επιπλέον μια περιοχή είχε ονομαστεί Μακεδονία στην πρώην Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι από την ιστορική σκοπιά ο όρος Μακεδονία απεικόνιζε μια ελληνική περιοχή στην αρχαιότητα που γεωγραφικά σήμερα συμπίπτει με την σημερινή ελληνική περιφέρεια της Μακεδονίας.

    Γι' αυτό είναι σαφές ότι εάν σε ένα ανεξάρτητο κράτος σε αυτό το τμήμα των Βαλκανίων αποδοθεί αυθαιρέτως από επίσημους διεθνείς θεσμούς ΝΑΤΟ, ΕΕ) το όνομα της Μακεδονίας και στην συνέχεια νομιμοποιηθεί εντός των οργάνων τους με αυτήν την ονομασία ή παράγωγό της, τότε το κράτος αυτό σαφώς αποκτά πλήρη δικαιώματα να εκπροσωπεί -και γιατί όχι να αξιώνει- το σύνολο της Μακεδονίας στις ιστορικές, αλλά και στις γεωγραφικές της διαστάσεις. Όλα και ο,τιδήποτε "Μακεδονικό" θα μπορούσε να διεκδικηθεί ως δική του "ιδιοκτησία". Αυτό μπορεί να είναι η γεωγραφική περιοχή, οι κάτοικοι, η ιστορία, η πολιτιστική κληρονομιά, τα σύμβολα, η κουλτούρα και στην ουσία η κληρονομιά όλων των ανθρώπων που έχουν ζήσει σ΄ αυτό το μέρος του πλανήτη για αιώνες.

    Το 90% περίπου της περιοχής της ιστορικής Μακεδονίας βρίσκεται εντός των ορίων της σημερινής Ελλάδος. Η "γεωγραφική Μακεδονία" όπως στις μέρες μας έγινε αυθαίρετα γνωστή, το 52% αποτελείται από την ελληνική επαρχία, το 37% από την ΠΓΔΜ, το 9,5% από την περιοχή Πιρίν της Βουλγαρίας και το 1,5% από μια λωρίδα γης στην Αλβανία.

    Για σχεδόν δύο χιλιετίες οι περιοχές του πρώην ενιαίου αρχαίου μακεδονικού βασιλείου αποτελούσε τμήματα πολυεθνικών αυτοκρατοριών: της ρωμαϊκής, της βυζαντινής και της οθωμανικής. Στα πεντακόσια χρόνια οθωμανικής κυριαρχίας οι μνήμες της αρχαίας Μακεδονίας και η κληρονομιά του Μεγάλου Αλεξάνδρου εξέθρεψαν ένα αίσθημα υπερηφάνειας μεταξύ των κατοίκων της Μακεδονίας και μια αίσθηση ιστορικού, πολιτισμικού και γλωσσικού δεσμού με τους αρχαίους προγόνους τους. Αυτοί οι Έλληνες ονομάζονται Μακεδόνες χρησιμοποιώντας την ονομασία στα ιστορικά και γεωγραφικά της πλαίσια.

    Μετά από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1945 ο Γιουγκοσλάβος ηγέτης Τίτο έδωσε την ίδια διοικητική ονομασία (Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας) στην νότια επαρχία της επικράτειάς του που μέχρι εκείνη την εποχή ήταν γνωστή σαν περιοχή του Βαρδάρη, ενώ οι κάτοικοι της, εθνοτικά Βούλγαροι, Σέρβοι κ.λπ., αναγνωρίστηκαν με κυβερνητικό διάταγμα ως εθνοτικά Μακεδόνες.

    Ο σπόρος που φύτεψε το καθεστώς του Τίτο γέννησε νέες και μακρές συγκρούσεις. Το γιουγκοσλαβικό κομμουνιστικό καθεστώς εκμεταλλευόμενο την απόλυτη εξουσία στον λαό της νοτιότερης ομοσπονδιακής δημοκρατίας εξαπέλυσε μια τεράστια επιχείρηση "μακεδονοποίησης". Έτσι μια "μακεδονική" εθνότητα καλλιεργήθηκε βασισμένη στην υφαρπαγή του ελληνικού μακεδονικού ονόματος, στην οικειοποίηση της ελληνικής μακεδονικής ιστορίας και πολιτισμού και στο όραμα ενός μελλοντικά ενιαίου Μακεδονικού κράτους υπό την γιουγκοσλαβική κομμουνιστική επικυριαρχία. Οι Έλληνες αντιτάχθηκαν σθεναρά σ΄ εκείνη την τακτική. Από το 1945, για 50 χρόνια οι σχέσεις δέχθηκαν σε όλα τα επίπεδα σοβαρά πλήγματα σε σχέση με τις γιουγκοσλαβικές "μακεδονικές" πολιτικές.

    Σήμερα δεν υπάρχει περιοριστικός όρος που να κρατά τους Σκοπιανούς εθνικιστές υπό έλεγχο. Ένα πλήρως ανεξάρτητο κράτος έχει προσλάβει την ονομασία "Δημοκρατία της Μακεδονίας". Μαζί με το όνομα έχει κληρονομήσει και τις επεκτατικές ορέξεις του προκατόχου του. Η ψήφιση ενός Συντάγματος που με σαφήνεια περιέχει αναφορές σε εδαφικό επεκτατισμό, η υιοθέτηση ενός όρου για το ίδιο το τότε νεότευκτο κράτος, που αποτελεί την ονομασία μιας πολύ ευρύτερης περιοχής που απλώνεται σε τρεις γειτονικές χώρες, η προπαγάνδα των αλυτρωτικών δυνάμεων εντός και εκτός του κράτους των Σκοπίων που διακηρύσσει προσάρτηση της πόλης της Θεσσαλονίκης και η υφαρπαγή των ελληνικών συμβόλων και η χρήση τους ως επίσημων κρατικών ξεσήκωσαν αυθόρμητες λαϊκές διαμαρτυρίες και αντιδράσεις στην Ελλάδα, αλλά και στην ελληνική ομογένεια του εξωτερικού.

    Κάτι τέτοιο θα τύχαινε παρόμοιας αποδοκιμασίας από οποιονδήποτε λαό σε οποιοδήποτε μέρος του πλανήτη. Σε μόλις λίγα χρόνια από την ανεξαρτητοποίηση του κράτους των Σκοπίων, οι Έλληνες έχουν την αίσθηση ότι κάποια από πιο πολύτιμα στοιχεία της ιστορίας και του πολιτισμού τους φέρονται παγκοσμίως ως κληρονομιά ενός άλλου λαού, οι Έλληνες της Μακεδονίας πιέζονται να εγκαταλείψουν τον όρο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ προκειμένου να αποφύγουν τυχόν ταύτιση με τους ΜAKEDONTSI των Σκοπίων, σε εμπορικό επίπεδο το χάος που επικρατεί είναι απερίγραπτο καθώς εκατοντάδες επιχειρήσεις που φέρουν τίτλο με όρο αναφερόμενο στην Μακεδονία κινδυνεύουν να εμπλακούν σε περίπλοκες και παρατεταμένες νομικές διενέξεις κατηγορούμενα για οικειοποίηση του μακεδονικού ονόματος. Ακόμα χειρότερο είναι το γεγονός ότι οποιαδήποτε απόπειρα εκ μέρους των Ελλήνων Μακεδόνων να αντισταθούν σε τέτοιου είδους σφετερισμούς που αφορούν στην εθνική τους ταυτότητα μπορεί να προκαλέσει εθνικιστικές εξάρσεις στα Σκόπια και τελευταία αμυντικές αντιδράσεις στην ίδια την Αθήνα. Σε ένα τέτοιο κλίμα ακόμα και οι καλύτερες προθέσεις εκ μέρους όποιας ελληνικής κυβέρνησης να αναπτύξει καλές γειτονικές σχέσεις και συνεργασία με το γειτονικό κρατίδιο τορπιλίζονται από την υστερική αδιαλλαξία των Σκοπίων.

    Μια βαθύτερη ανάλυση του Ψηφίσματος 817/1993 του Συμβουλίου Ασφαλείας καταδεικνύει ότι:

    • Το όνομα ενός ανεξάρτητου κράτους που αντιπαραβάλλεται με εκείνο μιας πρώην επαρχίας εντός ενός ομοσπονδιακού κράτους δεν θα πρέπει με κανένα τρόπο να παραβιάζει το έδαφος γειτονικών κρατών ή να χρησιμοποιεί την πολιτιστική κληρονομιά ή ταυτότητα γειτονικού λαού.
    • Ένα όνομα που δημιουργεί την εντύπωση ότι η ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας εκπροσωπείται σήμερα ή αναγνωρίζεται αποκλειστικά από το κράτος της ΠΓΔΜ είναι εντελώς απαράδεκτο.
    • Θα πρέπει αν υιοθετηθεί ένα νέο όνομα που κατά προτίμηση θα ταυτοποιείται με την ακριβή περιοχή ή την συγκεκριμένη εθνοτική σύνθεση της χώρας στην οποία απλώνεται η δικαιοδοσία της ΠΓΔΜ.
    • Οποιαδήποτε εμμονή σε μια ονομασία που συντηρεί το όραμα μιας εδαφικής ενοποίησης και υποθάλπει μια ατέρμονα πολιτιστική επιθετικότητα εις βάρος γειτονικών λαών, πολύ δύσκολα μπορεί να εξυπηρετήσει το σκοπό της σχέσης ειρήνης και καλής γειτονίας και σταθερότητας στην περιοχή.

    Η εμπέδωση αυτών των αναλύσεων από το ελληνικό ΥΠΕΞ με κανένα τρόπο δεν πρέπει και δεν μπορεί να νομιμοποιεί αποκλειστικές τακτικές εις βάρος γειτονικού κράτους ειδικότερα στα πλαίσια υπερεθνικών οργανισμών ωστόσο μπορεί και πρέπει να βγάλει την Αθήνα από την φοβική συμπεριφορά και τον συνεπαγόμενο διαρκή ενδοτισμό.

    Παρά την αναγνώριση του κράτους των Σκοπίων από 120 και πλέον μέλη του ΟΗΕ, η Αθήνα διαθέτει εκτός από ακραία όπλα αποτροπής όπως το δικαίωμα αρνησικυρίας (veto), επίσης οφείλει να θυμάται ότι για την πλήρη αναγνώριση του όρου "Δημοκρατία της Μακεδονίας" από το σύνολο του ΟΗΕ απαιτείται έγκριση από το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού και όχι από την πλειοψηφία των μελών του.

    Εξάλλου το θέμα της ένταξης του γειτονικού κράτους στους διεθνείς οργανισμούς (ΝΑΤΟ, Ε.Ε.) δεν εναπόκειται μόνο στην ελληνική αρνησικυρία. Η κυβέρνηση της Αθήνας δεν θα πρέπει να επικαλείται αυτό το δικαίωμα σαν "άσσο στο μανίκι" της εξωτερικής της πολιτικής. Με το πρόσφατο παράδειγμα της απόρριψης της ένταξης της ανατολικής γείτονος νωπό στις μνήμες μας, ας αναρωτηθούμε ψύχραιμα ποια και πόσα από τα κριτήρια ένταξης πληροί το εν λόγω κρατίδιο και την τύχη που πιθανόν να έχει η ενταξιακή του πορεία έτσι ώστε να πάψουμε να αναλωνόμαστε σε υστερίες που καθόλου δεν συνάδουν με την σημερινή πραγματικότητα.

    Αντίθετα μάλιστα, με ρεαλισμό, σοβαρότητα και σθεναρή βούληση πολιτείας και φορέων να οργανώσει το ελλαδικό κράτος την επόμενη κίνηση προς την ελεγχόμενη συνύπαρξη με το κράτος των Σκοπίων στα Βαλκάνια, αλλά και στα διεθνή φόρα αν και εφόσον οι συνθήκες το επιτρέψουν. Η Ελλάδα με σταθερά βήματα και σίγουρη φωνή στην διεθνή κοινότητα, αλλά και στις διμερείς με τα Σκόπια σχέσεις, οφείλει να θυμάται ότι πέραν της ιστορικής αλήθειας διαθέτει ως σημαντικό σύμμαχο τις ρευστές έως ανώμαλες κοινωνικο-οικονομικές καταστάσεις στην γείτονα και επομένως η πορεία προς την ένταξη του κράτους των Σκοπίων δεν περνά από την Αθήνα, αλλά από τις Βρυξέλλες.

    Κατηγορία: