Η συζήτηση για τα Κολλέγια ήταν μεταξύ Ελευθερίας και Αυταρχισμού Συνέντευξη του Μάκη Βορίδη στο περιοδικό «Βουλή & Ευρωβουλή»

  • Δημοσιεύτηκε: 12 Σεπτέμβριος 2008

    «Μια Δημοκρατία και ένα σύγχρονο Ελληνικό Κοινοβούλιο, όπου ο ορθός λόγος να πρωτοστατεί και όχι η διγλωσσία των κομμάτων της Αριστεράς» οραματίζεται ο βουλευτής Αττικής του ΛΑ.Ο.Σ. Μάκης Βορίδης. Με αφορμή την συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής «για την ίδρυση ή μη Κολλεγίων στην χώρα μας» ο βουλευτής του ΛΑ.Ο.Σ. χαρακτήρισε «ατυχή» την συνταγματική μεταρρύθμιση του άρθρου 16 και άσκησε εντονότατη κριτική στα κόμματα της Αριστεράς.

    Ο βουλευτής Αττικής έκανε λόγο «για διγλωσσία» που έχει ως μοναδικό σκοπό την έναρξη «ενός νέου ανένδοτου» στο θέμα της ιδιωτικής Ανώτατης Εκπαίδευσης. «Και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ» δεν γίνεται είπε χαρακτηριστικά ο κ. Βορίδης, ενώ άφησε «παντελώς ασχολίαστη την θεαματική αναδίπλωση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ο οποίος δια του κ. Αλαβάνου, μεχρι πρότινος εγκαλούσε την Ελλάδα να μην αναγνωρίσει επαγγελματικά δικαιώματα στους αποφοίτους των Κολλεγίων, ενώ ταυτόχρονα είναι και εναντίον της λειτουργίας τους».

    Πάντως ο κ. Βορίδης εξήρε την στάση του Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίος είχε δηλώσει κατά την συζήτηση του νομοσχεδίου ότι «ο ΛΑ.Ο.Σ. άσκησε πολιτική ηγεμονία».

    κ. Βορίδη, πρόσφατα ψηφίστηκε από τη Βουλή ο νόμος με τον οποίο ρυθμίζονται θέματα μεταλυκειακής εκπαίδευσης, αναζωπυρώνοντας έτσι μια παλιά συζήτηση αυτή περί της δημιουργίας μη κρατικών ή μη κερδοσκοπικών Πανεπιστημίων. Ποια είναι η θέση σας;

    Είναι προφανές ότι λόγω της ατυχησάσης συνταγματικής μεταρρυθμίσεως του άρθρου 16, τα «κολλέγια» δεν μπορούν να είναι ή να γίνουν ΑΕΙ, όπως και ότι οι βεβαιώσεις σπουδών που θα χορηγούν δεν αποτελούν τίτλους ισοτίμους με τα πτυχία από τα δημόσια ΑΕΙ. Εντελώς όμως και ανοικτό, αφού παραμένει σε εκκρεμότητα παραμένει το ζήτημα των επαγγελματικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνουν αυτές οι βεβαιώσεις σπουδών.

    Αυτό που θέλω να πω είναι ότι για μια ακόμη φορά σε αυτόν τον τόπο, στην χώρα μας έγινε αυτό που ονομάζεται «δημόσιος διάλογος», και δη στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, δηλαδή μέσα στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Και τα επιχειρήματα που ακούστηκαν, τουλάχιστον από την πλευρά των μαχόμενων την συγκεκριμένη ρύθμιση, μάλλον συσκότισαν παρά φώτισαν το ζήτημα.

    Δηλαδή τι εννοείτε;

    Από την μια, η κυβέρνηση απεπειράθη να εμφανίσει τον νόμο αυτόν ως συμμόρφωση σε κοινοτικές οδηγίες, λες και η πραγματικότητα της αναγκαιότητας συμμορφώσεως στερείται πολιτική αξιολογήσεως ή λες και εν προκειμένω ο συγκεκριμένος νόμος είναι ένα «αναγκαίο κακό» της συμμετοχής μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

    Από την άλλη, η Αξιωματική Αντιπολίτευση -κατά λογική ακολουθία- απεπειράθη να αποδείξει ότι δεν τίθεται ζήτημα κοινοτικών οδηγιών, αλλά ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση αποτελεί προϊόν «ελευθέρας» κυβερνητικής πολιτικής βουλήσεως...

    Τα κόμματα όμως της Αριστεράς διαφώνησαν κάθετα με το σκεπτικό των δύο μεγάλων Κομμάτων...

    Η Αριστερά -κατά την προσφιλή της τακτική- έφερε την συντέλεια του Κόσμου, αναπτύσσοντας εκτενώς το επιχείρημα της εμπορευματοποίησης της εκπαίδευσης. Από την μία, και άρα κηρύσσοντας «έναν νέο ανένδοτο» στο θέμα της ιδιωτικής ανώτατης εκπαίδευσης. Και από την άλλη «κλείνοντας πονηρά το μάτι» στους χιλιάδες νέους που έλαβαν τέτοιους τίτλους από τέτοια Κέντρα -αφού και αυτοί ψηφίζουν- και άρα, κατά τα λεγόμενα των αγορητών της, και αυτών το θέμα θα πρέπει κάπως να ρυθμισθεί.

    Αφήνω παντελώς ασχολίαστη, και περιορίζομαι σε μία υπόμνηση την θεαματική «αναδίπλωση», για να το θέσω ευγενικά, του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ο οποίος δια του κ. Αλαβάνου, μέχρι πρότινος εγκαλούσε την Ελλάδα για την μη αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων στους αποφοίτους των Κολλεγίων, αλλά ταυτόχρονα είναι και εναντίον της λειτουργίας τους. Δηλ. και να αναγνωρισθούν δικαιώματα και να κλείσουν τα ιδρύματα που τα χορηγούν. «Και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ» δεν γίνεται...

    Εσείς, προσωπικά, τι πιστεύετε ότι πρέπει να γίνει;

    Κατά την διάρκεια της συζητήσεως -κατά την φράση του κ. Βενιζέλου- ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός άσκησε «πολιτική ηγεμονία». Αυτό είναι μία πραγματικότητα και συνέβη, διότι ο ΛΑ.Ο.Σ. δέχθηκε και ανέλαβε την ευθύνη της υπερασπίσεως της βασικής, ιδεολογικής θέσεως: τάχθηκε υπέρ της ελεύθερης, ιδιωτικής, ακόμη και κερδοσκοπικής, ανώτατης εκπαιδεύσεως. Και για να ακριβολογούμε, η θέση που υποστηρίξαμε ήταν η αμφισβήτηση του κρατικού μονοπωλίου στην ανώτατη εκπαίδευση.

    Πιο συγκεκριμένα;

    Επειδή, σε τούτον τον τόπο, σπανίως συζητάμε τα θεωρητικά θεμέλια των πεποιθήσεών μας, και επειδή οι πραγματικές πολιτικές συζητήσεις και οι πιο ενδιαφέρουσες είναι οι ιδεολογικές, και επειδή το Δίκαιο και ο Νόμος είναι ένα μέσο και όχι ένας σκοπός, ενώ ο σκοπός αποκαλύπτεται σε προδικαιϊκές, ηθικού και αξιολογικού χαρακτήρα συζητήσεις, επειδή πρωτίστως οι νομοθέτες αυτές τις αξιακές συζητήσεις πρέπει να κάνουν, και επειδή συνήθως αυτές δεν κάνουν, αυτές οι αξιακού χαρακτήρα συζητήσεις πρέπει να θέσουν ως κοινή αφετηρία τους τον ορθό λόγο, ο αναζωογονητικός ρόλος του ΛΑ.Ο.Σ. είναι ακριβώς αυτός: να ξαναφέρει στο κέντρο της συζητήσεως την πολιτική με την έννοια της ιδεολογικής και αξιακής αντιπαραθέσεως.

    Και εν προκειμένω, εμείς αυτό πράξαμε: γιατί δεν είναι ενδιαφέρον να συζητάμε για τις κοινοτικές οδηγίες, ούτε να εμφανιζόμαστε συμμορφούμενοι σε αυτές, προσπαθώντας να αποφύγουμε τον πυρήνα της συζητήσεως, ο οποίος δεν είναι άλλος από το να βρεθεί ο δικαιολογητικός λόγος της συνταγματικής απαγορεύσεως των ιδιωτικών ΑΕΙ.

    Μιλήσατε για τον ορθό λόγο. Πως μπορεί να συνδυαστεί ο ορθός λόγος με την πολιτική;

    Τον λόγο αυτό αποκαλύπτει σε άρθρο του ο καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος, το οποίο κατέθεσε στα πρακτικά της Βουλής ο Άδωνις Γεωργιάδης και είναι απλός: η πρόθεση του Κράτους να ελέγξει, κατά περιεχόμενο, την ανώτατη εκπαίδευση, ώστε να μην μπορεί ο καθένας να κάνει ό,τι θέλει σε αυτήν. Ταυτόσημο υπήρξε διαχρονικά το εύγλωττο και ειλικρινές επιχείρημα της εξουσίας: από τις μεταπολεμικές μέχρι τις απριλιανές μέχρι τις μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις, η εξουσία θέλησε να ελέγξει την ανώτατη εκπαίδευση. Γιατί; Γιατί φυσικά αναγνωρίζει σε αυτήν έναν ισχυρό ιδεολογικό μηχανισμό.

    Μα και τα κόμματα έχουν και αρχές και ιδεολογίες.

    Ναι, όμως η επιχειρηματολογία της Αριστεράς είναι αβάσιμη: θα σας εξηγήσω αμέσως γιατί. Γιατί φυσικά σε συνθήκες ελευθερίας αγοράς, η «εμπορευματοποίηση» υφίσταται. Υφίσταται με την σπουδαστική μετανάστευση, με τα μέχρι σήμερα αρρύθμιστα Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών, με τα φροντιστήρια. Και για όσους πραγματικά «κόπτονται» για την ποιότητα, ιδιωτικής και δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης, η σοβαρή αυτή ανησυχία δεν οδηγεί στην μη δημιουργία ιδιωτικών ΑΕΙ, παρά μόνο θέτει πρόσθετες προϋποθέσεις για το ρυθμιστικό πλαίσιο λειτουργίας τους.

    Οι αντιρρήσεις όμως της Αριστεράς ούτε έχουν να κάνουν με τα παιδιά που δεν θα έχουν χρήματα για να σπουδάσουν, αφού περισσότερες θέσεις στην Ανώτατη Εκπαίδευση, σημαίνει περισσότερες διαθέσιμες θέσεις στα Δημόσια Πανεπιστήμια, ούτε βέβαια με την χαμηλή ποιότητα των ιδρυμάτων, αφού η αξία του κάθε Ιδρύματος, ιδιωτικού ή δημοσίου και η αντίστοιχη αξία του πτυχίου ή βεβαιώσεως που χορηγεί, κρίνεται και αναγνωρίζεται από την ίδια την αγορά.

    Η Αριστερά αρνείται οποιαδήποτε αλλαγή στον χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης, δημόσιας ή ιδιωτικής, γιατί είναι κατεστημένο στο χώρο αυτό, γιατί ο χώρος αυτός είναι ένας δικός της μηχανισμός μέσα από τον οποίο παράγει στελέχη, νομιμοποίηση, ιδεολογική αυθεντία. Δευτερευόντως ενδιαφέρεται για την ποιότητα ή για την λειτουργική πρόσβαση των νέων σε αυτά, ή ακόμη και για την απαξίωση των πτυχίων.

    Με όλα αυτά όμως, τα επιχειρήματα των αντιρρησιών παραμένουν βαθύτατα αντιδραστικά: χωρίς λογικό έρεισμα, χωρίς αιτία υπερασπίζονται μία θέση περιορισμού της ελευθερίας, μόνο και μόνο για να διατηρήσουν άθικτους τους ιδεολογικούς τους μηχανισμούς. Το ίδιο δεν έκαναν πάντα και παντού όλα τα ολοκληρωτικά και αυταρχικά καθεστώτα;


    Η συνέντευξη δόθηκε στην δημοσιογράφο Σοφία Κολοβού για το περιοδικό «Βουλή & Ευρωβουλή».