Η παραβολή του καλού αντιρατσιστή

  • Δημοσιεύτηκε: 30 Απρίλιος 2008

    Τις τελευταίες ημέρες, με τα γεγονότα στην Μανωλάδα της Ηλείας, ενεργοποιήθηκε για άλλη μία φορά η συζήτηση σχετικά με το πόσο ρατσιστές είναι Έλληνες και πώς περνούν οι μετανάστες στη χώρα μας. Κάποιοι προσπάθησαν να μας το κάνουν πιο λιανά αυτό, επιλέγοντας την μέθοδο της «παραβολικής» αρθρογραφίας. Της αρθρογραφίας, δηλαδή, που περνά τα μηνύματά της διά της εξιστορήσεως περιστατικών.

    Έτσι λοιπόν και η στήλη «Πανδώρα» του Βήματος της περασμένης Πέμπτης, 17 Απριλίου, παρέθετε ως «πραγματική ιστορία» κείμενο, αποσπάσματα του οποίου σας παραθέτω: «Εριστική κυρία μπαίνει στο λεωφορείο και κατευθύνεται στο μόνο κενό κάθισμα, ζητώντας επιτακτικά και προσβλητικά από τον μαύρο που είναι καθισμένος δίπλα να κάνει πιο πέρα για να καθήσει, [...] μονολογεί δυνατά κατά αλλογλώσσων, ξένων και μαύρων [...] μπαίνει στο λεωφορείο ελεγκτής εισιτηρίων [...] ο μαύρος αρπάζει το εισιτήριο της κυρίας και το τρώει! [...] Η εριστική κυρία [...] φωνάζει. [...] Ο ελεγκτής δεν πείθεται από τον ισχυρισμό: «Εδώ το είχα, αλλά το βούτηξε ο μαύρος και το έφαγε».

    Η συγκεκριμένη ιστορία ακούγεται αληθινή, ειδικά αν λάβει κανείς υπ' όψιν του καταγγελίες δημοτικών αστυνομικών της Αθήνας ότι Αφρικανοί μικροπωλητές πολύ συχνά, αντιστεκόμενοι στους ελέγχους τους, έχουν δαγκώσει αφτιά. Αν κρίνει δε κανείς και από το ότι «συνέβη το βράδυ της περασμένης Δευτέρας στο λεωφορείο που περνά από την οδό Παπαδιαμαντοπούλου με τελικό προορισμό το Γαλάτσι», όπως λεπτομερώς περιγράφει η «Πανδώρα», είναι σίγουρα πραγματικό περιστατικό. Δεν μπορέσαμε να μάθουμε βέβαια την κατάληξη, διότι «ο φίλος που παρακολούθησε τη σκηνή [...] έπρεπε να κατεβεί».

    Ξέρω ότι θα ακουστεί ρατσιστικό, όμως είναι πολύ σύνηθες να καταπίνουν οι Αφρικανοί τα εισιτήρια γηραιών κυριών στα λεωφορεία. Ο Αλβανός συντάκτης των «Νέων», κύριος Γκαζμέτ Καπλάνι το επιβεβαίωνε σε παλαιότερο άρθρο του, στις 6 Φεβρουαρίου του 2008, το οποίο δημοσίευσε στο προσωπικό του ιστολόγιο. Παραθέτοντας «ανώνυμο κείμενο που έφθασε στο e-mail του» ο Καπλάνι, περιγράφει μία παρόμοια ιστορία, πάλι με γηραιά ρατσίστρια, η οποία τιμωρήθηκε όπως και η κυρία της ιστορίας της «Πανδώρας». Μόνο που εδώ ο άγνωστος μάρτυρας του περιστατικού κατάφερε να εντοπίσει και την ακριβή προέλευση του τιμωρού - μετανάστη - «πιθανότατα από την Νιγηρία, κρίνοντας από το βαθύ σκούρο χρώμα του». Έτσι πρέπει να είναι, καθ' ότι στην Αφρική βαθύ σκούρο χρώμα έχουν μόνον οι Νιγηριανοί. Ψυχαναλύοντας, μάλιστα, τον ευφυέστατο Νιγηριανό, ο αυτόπτης καταγγέλλων, γράφει χαρακτηριστικά στον Γκαζμέτ Καπλάνι, πως το ότι έκατσε στην συγκεκριμένη θέση ήταν το δεύτερο λάθος του, «το πρώτο» λέει «ήταν που ήρθε στην Ελλάδα».

    Θα μπορούσε κανείς να συνεχίσει αναζητώντας κι άλλες αντίστοιχες «παραβολές». Είμαι σίγουρος ότι θα έβρισκε. Στο τέλος, όμως, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι αυτή ακριβώς η ιστοριούλα, είναι το σενάριο της βραβευμένης με Όσκαρ ταινίας μικρού μήκους «Ο Λαθρεπιβάτης» (Schwatzfahrer) του Γερμανού σκηνοθέτη Πέπε Ντάνκβαρτ, που γυρίστηκε το 1993.

    Ναι, καλά ακούσατε. Για τόσο ηλιθίους μας περνά ο λαθρεπιβάτης της χώρας μας, κ. Καπλάνι και για ακόμη πιο ηλιθίους ο κύριος - ή η κυρία - «Πανδώρα». Πιο πολύ, πάντως, μας ενοχλεί ο κ. Καπλάνι, διότι όχι μόνον επιλέγει αυτό τον δόλιο τρόπο για να μας πει ότι μας αντιπαθεί και μας εχθρεύεται ως έθνος, αλλά πολύ περισσότερο, επειδή, ενώ δεν του αρέσει που βρίσκεται εδώ εξακολουθεί να παραμένει και να μας βρίζει πίσω από την μάσκα του καλού, μετριοπαθή, μορφωμένου και καταξιωμένου μετανάστη, «η ζωή του οποίου είναι αναμφίβολα δημιουργική, διάφανη και νόμιμη όσο ελαχίστων συμπατριωτών μας», όπως ισχυρίζονται οι φίλοι του.

    Και ο Γκάζη, όπως τον αποκαλούν, έχει πολλούς και γνωστούς φίλους. «Ανήκει στην παρέα, είναι δικό μας παιδί», γράφει χαρακτηριστικά ο Γιώργος Γιαννουλόπουλος στην Ελευθεροτυπία της 21ης Μαΐου 2003. Γιώργος Γιαννουλόπουλος; Μα ο πνευματικός πατέρας της κ. Ρεπούση φυσικά. Παραπομπές στο όνομα και τα κείμενα του κ. Καπλάνι συναντώνται στις ιστοσελίδες του «Ινστιτούτου Ανοικτής Κοινωνίας» που αποτελεί το στρατηγείο του Τζωρτζ Σόρος στην Ευρώπη, ενώ άρθρα του έχουν φιλοξενηθεί και στο περιοδικό «ΚΑΡΑΒΑΝ - Βαλκανικά Σύνορα» της αμερικανικής οργανώσεως «Αναζήτηση για κοινό τόπο», η οποία συνεργάζεται επίσης με τις οργανώσεις του Τζωρτζ Σόρος με κοινό σκοπό τον ανασχεδιασμό του βαλκανικού χάρτη. Τα περισσότερα από αυτά τα άρθρα είναι καταγγελτικά για τις συνθήκες διαβιώσεως και νομιμοποιήσεως λαθρομεταναστών στην Ελλάδα και ευαγγελίζονται την κατάργηση των συνόρων, τα προτερήματα της πολυπολιτισμικής κοινωνίας και την συνύπαρξη των λαών μέσα σ' αυτές υπό το στερεότυπο «καμία ζωή δεν είναι λαθραία».

    Στις 26 Δεκεμβρίου του 2003 η αίτησή του Γκαζμέτ Καπλάνι για ανανέωση της αδείας διαμονής του στην χώρα μας απερρίφθη για λόγους δημοσίας τάξεως και εθνικής ασφαλείας, με αποτέλεσμα να δρομολογηθούν οι διαδικασίες της διοικητικής του απελάσεως. Αυτό ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων από την ευρύτερη αριστερά, με αποτέλεσμα να φανούν οι κύριοι υποστηρικτές και σύμμαχοί του. Πέραν του Παναγιώτη Δημητρά και του Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι, σε ειδικές μνείες μέσω άρθρων ή συλλογής υπογραφών προέβησαν η αριστερή νεοταξική οργάνωση ΑΕΚΑ του Νίκου Μπίστη, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της οποίας ήταν τότε ο κ. Καπλάνι, η δημοσιογραφική ομάδα «Ιός» (Τρίμμης, Κωστόπουλος, Ψαρράς, Ψαρρά) της Ελευθεροτυπίας, ο Συνασπισμός, διά στόματος Μαρίας Δαμανάκη και πλήθος άλλων από την ομάδα αυτή των ανθρώπων που αρέσκονται στο να μετατραπεί η Ελλάδα σε ψηφιδωτό φυλών και θρησκειών και να φορτώνουν τους Έλληνες με ενοχές.

    Ο Γκάζη δεν έπαθε τίποτε. Επιβραβεύθηκε, μάλιστα από το ελληνικό κράτος, με την ανάληψη της εξουσίας από την Νέα Δημοκρατία. Πώς επιβραβεύθηκε; Μα με εκπομπή στο κρατικό ραδιόφωνο! Κι αν είναι αλήθεια αυτά που ακούγονται για τον παχυλό - τάλαρο και βάλε - μισθό του από την ΕΡΑ, τότε θα έπρεπε να ανάβει κάθε βράδυ καντήλι στον Άγιο Αντώνιο τον Σαμαρά - βοήθειά μας - που άνοιξε τα σύνορα για να μπορέσει η αφεντιά του να κάνει το πρώτο της «λάθος»: Να περάσει παράνομα τα σύνορα της χώρας μας...

    Η ιστορία που διηγήθηκαν η «Πανδώρα» και Καπλάνι, ίσως να ακούγεται αστεία. Ακόμη πιο αστείο βρήκαμε το ξεμπρόστιασμά τους από τον μπλόγκερ Καρσιλαμά. Θα προτιμούσαμε, ωστόσο, να μαθαίναμε ότι η ΕΣΗΕΑ κάλεσε τους ανωτέρω συντάκτες σε απολογία ή ότι η ΕΡΑ απέλυσε τον κ. Καπλάνι. Δύσκολο, αν αναλογισθεί κανείς ότι οι δύο δημοσιογράφοι εργάζονται σε έντυπα του ιδρύματος Λαμπράκη. Αδύνατον, με την ομάδα του «Ιού» να ηγείται της ΕΣΗΕΑ.

    Θα μπορούσαμε κι εμείς, ακολουθώντας την ίδια τακτική, να διανθίζαμε αυτό το άρθρο με μερικές ανακρίβειες, αποκυήματα της φαντασίας μας. Δεν χρειάζεται καν να αντιγράψουμε κάποια ταινία μικρού ή μεγάλου μήκους. Θα μπορούσαμε απλά να πούμε ότι ο κ. Καπλάνι, διέδιδε τέτοιου είδους μύθους και υποκινούσε ουσιαστικά το μίσος των μεταναστών και δη των Αλβανών κατά του ελληνικού λαού, μέσα από την εκπομπή του στο κρατικό ραδιόφωνο. Όχι, δεν θα το πράξουμε. Μήπως να το υποθέσουμε; Κι αυτό αυθαίρετο θα ήταν. Να αναρωτιόμαστε όμως μήπως το έκανε ή να νιώθουμε σίγουροι γι' αυτό μπορούμε όσο θέλουμε...


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 27ης Απριλίου της εφημερίδας Ελεύθερη Ώρα.