Διδασκαλία τουρκικών στα σχολεία;

  • Δημοσιεύτηκε: 13 Νοέμβριος 2007

    Με την υπουργική απόφαση Υφυπουργού Παιδείας της 10/7/06 (ΦΕΚ Α' 867) αποφασίστηκε η διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας στους μαθητές των τάξεων του Γυμνασίου από το σχολικό έτος 2006-2007. Σύμφωνα με τους «ειδικούς σκοπούς» του μαθήματος όπως περιγράφονται στην απόφαση, η εκμάθηση της τουρκικής γλώσσας έχει στόχο να συμβάλει «στην ενεργό συμμετοχή σε μία πολυπολιτισμική κοινωνία και στην κατανόηση της διαφορετικότητας».

    Κατόπιν των ανωτέρω ερωτάται ο κ. Υπουργός:

  • Σε ποια συγκεκριμένα σχολεία διδάσκεται η τουρκική γλώσσα, πόσοι μαθητές παρακολουθούν τα μαθήματα αυτά και τι κόστος έχουν αυτά;
  • Η νέα ηγεσία του Υπουργείου εξακολουθεί να αξιολογεί ως αναγκαία την διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας στα ελληνικά σχολεία;

    Ο βουλευτής Αττικής του ΛΑ.Ο.Σ.
    Βορίδης Μάκης


    Ο Υπουργός κατέθεσε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η τουρκική γλώσσα διδάσκεται πιλοτικά σε τρία σχολεία της Κομοτηνής και σε ένα σχολείο της Θράκης, την παρακολουθούν δε ελάχιστα παιδιά, θεωρεί δε ότι η διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας αξιολογείται ως θετική στα εν γένει πλαίσια της γλωσσομάθειας.

    Ο κ. Βορίδης ανταπαντώντας σχολίασε ως θετικό το γεγονός ότι η τουρκική γλώσσα διδάσκεται μόνο σε σχολεία όπου υπάρχει παρουσία μειονοτικών μουσουλμάνων μαθητών. Από την άλλη ο κ. Βορίδης τόνισε ότι ο περιορισμός αυτός δεν προκύπτει από την διατύπωση της συγκεκριμένης αποφάσεως, ούτε και από το σκεπτικό της. Χαρακτηριστικά ο κ. Βορίδης ανέφερε ότι σκοπός της εκμαθήσεως των ξένων γλωσσών είναι η δυνατότητα επικοινωνίας με ανθρώπους, αλλά και η πρόσβαση σε κείμενα στο πρωτότυπο αυτής της ξένης γλώσσας και όχι βέβαια, η συμμετοχή σε μία «πολυπολιτισμική κοινωνία», διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι υφίσταται στην ελληνική κοινωνία μία τουρκική πολιτιστική συνιστώσα. Ακόμη ο κ. Βορίδης σχολίασε ότι πάντως υφίστανται πολιτισμοί με σημαντική προσφορά στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, όπως ο κινεζικός, ο ισπανικός και ο αραβικός, που θα έπρεπε, στα πλαίσια της γλωσσομάθειας, να αποτελούν προτεραιότητα γλωσσικής εκμαθήσεως έναντι της τουρκικής, που ούτως ή άλλως έχει περιορισμένη πολιτιστική συνεισφορά.