Αυτοδιοικητικές εκλογές με αντίπαλο την αποχή

  • Δημοσιεύτηκε: 16 Οκτώβριος 2010

    Ένα χρόνο ακριβώς μετά την παράδοση της εξουσίας από τον κ. Καραμανλή στον κ. Παπανδρέου καλούμαστε να ψηφίσουμε και να εκλέξουμε τους δημοτικούς και περιφερειακούς άρχοντες του τόπου μας.

    Στο διάστημα αυτό, του ενός χρόνου, η Ελλάδα μπήκε ίσως στην χειρότερη και πλέον επώδυνη περίοδο από την μεταπολίτευση του 1974. Ο Γ. Παπανδρέου και η κουστωδία του των μαθητευόμενων γιάπις οδηγούν την πατρίδα μας με αξιοπερίεργη κεκτημένη ταχύτητα στην αποεθνοποίηση αφ' ενός και στον οικονομικό μαρασμό αφ' εταίρου. Η γκιλοτίνα του μνημονίου είναι στο σβέρκο του ελληνικού λαού και κανένας πλέον δεν μπορεί να μιλήσει για την ελπίδα που ... πεθαίνει τελευταία.

    Η απελπισία είναι το κυρίαρχο συναίσθημα των Ελλήνων, και το πιο τραγικό είναι ότι αυτό αγγίζει πλέον επικίνδυνα την ελληνική νεολαία. Έτσι πλησιάζοντας προς την ημερομηνία των εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση αυτό που καθημερινά ακούγεται από το στόμα των ψηφοφόρων είναι η λέξη ΑΠΟΧΗ. Δεν ψηφίζουμε κανέναν!

    Η απελπισία, η απογοήτευση και η πολιτική αποστασιοποίηση αποτελούν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα στο σώμα των ψηφοφόρων και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, παρ' ότι την ώρα της κάλπης τα δύο κόμματα εξουσίας, ο συνασπισμός ΠΑΣΟΚ-ΝΔ εισπράττουν ποσοστά αξιοπερίεργα σε σχέση με τα δεινά που έχουν συσσωρεύσει για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό, έχει όμως την εξήγησή του το φαινόμενο αυτό, όπως είναι. Οι πελατειακές σχέσεις, τα προσωπικά συμφέροντα, το βόλεμα στο δημόσιο, ο φανατισμός, τα ψευτοδιλήμματα, και βέβαια μεταξύ άλλων πολλών συμπτωμάτων ακόμη και η πνευματική λοβοτομή που έχει υποστεί ο Έλληνας πολίτης από τους προπαγανδιστικούς μηχανισμούς των φαυλοκρατικών κομμάτων.

    Ο ισχυρισμός ότι «ο λαός ευθύνεται και αυτός για το χάλι της Ελλάδος» είναι λάθος να ακούγεται όμως από πολιτικά πρόσωπα του πατριωτικού χώρου που σήμερα τον εκπροσωπούν στο ελληνικό Κοινοβούλιο, αφού αυτή η άποψη ακυρώνει την ευθύνη των ηγητόρων, των ηγετών κ.λπ. να καθοδηγούν, να συσπειρώνουν, να πείθουν, να παραδειγματίζουν, να ανατρέπουν τα φαινόμενα σήψης, να δίνουν όραμα, να διαμορφώνουν το μέλλον του λαού τους τον οποίο εκλέχθηκαν για να τον υπηρετούν. Κάθε διαφορετική άποψη βολεύει αφ' ενός τα κόμματα της παρακμής (ο λαός φταίει για άλλα), αφ' ετέρου ακυρώνει την φυσική και κοινωνική πυραμίδα και ιεραρχία της ζωής.

    Συνεπώς η τάση της αποχής, που τελικά αυτή καθ' εαυτή βολεύει τα δύο κόμματα εξουσίας, δεν θα πρέπει να περάσει απαρατήρητη από τον κομματικό μηχανισμό του ΛΑ.Ο.Σ., και με το προηγούμενο των τελευταίων βουλευτικών εκλογών του 2009 όπου δεν μπόρεσε να εισπράξει τους δυσαρεστημένους τουλάχιστον στο ποσοστό που περίμενε κανείς. Υπό την έννοια αυτή αυτές οι εκλογές είναι ίσως οι πιο δύσκολες σε προβλέψεις αφού πολλοί και πολλά θα κριθούν την επόμενη μέρα.

    Και αν θεωρηθεί ότι ο Έλληνας ψηφοφόρος θα κληθεί να δώσει «εξετάσεις» πολιτικής ωριμότητας καταδικάζοντας τα κόμματα της εξουσίας συρρικνώνοντας την εκλογική τους δύναμη, πολύ πιο δύσκολες εξετάσεις θα κληθούμε να δώσουμε ως πατριωτικός πολιτικός φορέας πείθοντας μεγάλα ποσοστά της «αποχής» να στηρίξουν τους συνδυασμούς μας, ειδικά σε κεντρικό επίπεδο. Γεγονός που θα καταδεικνύει κατά πόσο οι πολιτικές επιλογές μας στο χρόνο που πέρασε και με όλες τις δύσκολες συνθήκες που δυσχεραίνουν στην λήψη αποφάσεων βρήκαν την ανάλογη απήχηση και αποδοχή του εκλογικού σώματος. Θα κριθεί κατά πόσο οι επικοινωνιακοί μας μηχανισμοί λειτούργησαν σε αξιόπιστο βαθμό ώστε να πείσουν ότι ο ΛΑ.Ο.Σ. αποτελεί πολιτική επιλογή εμπιστοσύνης και προοπτικής.

    Αντίπαλός μας λοιπόν κατά την ταπεινή μου εκτίμηση, σε αυτές τις εκλογές, δεν είναι τα κόμματα της παρακμής και ρεμούλας τα οποία αποσαρθρώνονται σταδιακά, και σε αυτό βέβαια η παρουσία του ΛΑ.Ο.Σ. στην Βουλή έπαιξε καταλυτικό ρόλο, αλλά οι υποψήφιοι «ψηφοφόροι» του ρεύματος που διαμορφώνεται, δηλαδή της αποχής.

    Αυτός βεβαίως που έχουμε τώρα να κάνουμε στις μέρες που απέμειναν, ΟΛΟΙ μαζί να δώσουμε δυνατά την μάχη και τον αγώνα να πείσουμε και να νικήσουμε. Η επόμενη μέρα θα καταγράψει τα αποτελέσματα των επιλογών μας, της οργανωτικής μας αποτελεσματικότητος, και του επικοινωνιακού μας λόγου. Τότε θα έχει νόημα η κριτική και πολύ περισσότερο η αυτοκριτική.