«The Camp of the Saints» του Jean Raspail

  • Δημοσιεύτηκε: 01 Μάιος 2005

    «Υπάρχουν ιδεαλιστές που πιστεύουν με θέρμη ότι αν μόνο οι άνθρωποι όλου του κόσμου μπορούσαν να γνωριστούν μεταξύ τους, θα μπορούσε να υπάρξει ειρήνη και κοινή απόδοχή για πάντα. Αυτή είναι μία τραγική πλάνη. Είναι όντως δυνατό καλλιεργημένοι άνδρες και γυναίκες να απολαμβάνουν την συντροφιά και τα έθιμα των αλλοδαπών και να νιώθουν συμπάθεια προς αυτούς. Αλλά οι απλοί άνθρωποι που βρίσκουν τον εαυτό τους σε μία χώρα της οποίας η γλώσσα και οι συνήθειες είναι ακατάληπτα προς αυτούς, είναι επιρρεπείς στο να νιώθουν χαμένοι και χολωμένοι με τους γύρω». Sir Steven Runciman

    Το παραπάνω κείμενο ανήκει σε έναν μεγάλο φιλέλληνα λόγιο, μελετητή εκείνης της ένδοξης και τόσο πλούσιας ιστορικής περιόδου του λαού μας, που για κάποιον παράξενο λόγο το κατεστημένο των εντόπιων «διανοούμενων» τείνει να αμελεί, παρεξηγεί και εν πολλοίς να απορρίπτει ως σκοτεινό, βάρβαρο ή ο Θεός ξέρει τί άλλο. Αυτά τα λόγια λοιπόν, γραμμένα πριν 50 περίπου χρόνια, δεν αναφέρονται σε κάποια μειονότητα που ξαφνικά βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, όπως γίνεται στις μέρες μας, όταν αυτό συμφέρει τα σχέδια κάποιας υπερδύναμης. Ο Sir Steven Runciman τα έγραψε για να εξηγήσει το πως οι Ρωμιοί κατέληξαν να μισούν τους Λατίνους την εποχή των Σταυροφοριών και τανάπαλιν.

    Στην εποχή που γράφονταν αυτά, όταν οι ΜΚΟ δεν ανεβοκατέβαζαν κυβερνήσεις, κανένας δεν θα τολμούσε να κατηγορήσει τον Runciman ως μισαλλόδοξο ή οπισθοδρομικό. Ως ιστορικός, απλά κατέγραφε μία μεγάλη αλήθεια που διέπει τις ανθρώπινες σχέσεις από τότε που οι πρόγονοί μας αποφάσισαν να χωριστούν σε ομάδες, προσπαθώντας να ικανοποιήσουν την αρχέγονη εκείνη ανάγκη του «ανήκειν». Σήμερα όμως, βρισκόμαστε σε μία εποχή όπου η έννοια της κοινής λογικής στην πολιτική και την κοινωνία έχει, αν όχι εκλείψει, τουλάχιστον υποβαθμιστεί στο κατώτατο επίπεδο της εκτίμησής μας. Οι κάτοικοι των κρατών της λεγόμενης «Δυτικής Κοινωνίας», οι άλλοτε ενεργοί πολίτες και νυν άθλιοι υπήκοοι ενός αδιόρατου κέντρου εξουσίας έχουν αλλοτριωθεί σε τέτοιο βαθμό, που η κρίση τους και η θέλησή τους να καθορίσουν οι ίδιοι το μέλλον τους και αυτό τον επερχόμενων γενεών είναι πια μία έννοια χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.

    Αυτοί που κάποτε υπήρξαν sans-culottes ή φουστανελάδες, που ξεκίνησαν επαναστάσεις για να διεκδικήσουν μια πιο ελεύθερη και δίκαιη ζωή, έχουν μεταμορφωθεί σε αδαείς καταναλωτές, σε υποκείμενα χωρίς ιδανικά και γνώμη, που υπακούουν χωρίς έλεγχο σε οποιαδήποτε απόφαση παρθεί γι' αυτούς, χωρίς αυτούς. Που σέβονται τη μόδα, φτύνουν την παράδοση και είναι έτοιμοι να μιμηθούν την κάθε διαστροφή των διάσημων αστέρων της TV.

    Έτσι έχουμε περιέλθει σε μία άκρως παράλογη κατάσταση, στην οποία αναγκαζόμαστε να ζούμε σε καταστάσεις που πριν λίγες δεκαετίες θα μας φαίνονταν το λιγότερο σουρεαλιστικές. Φερέφωνα και παπαγαλάκια δεξιά και αριστερά έχουν βαλθεί να μας αποτρελάνουν, να κάνουν το άσπρο - μαύρο, να ανατρέψουν παραδόσεις αιώνων με το έτσι θέλω και - το πιο αστείο! - το καταφέρνουν χωρίς να συναντούν την παραμικρή σχεδόν αντίδραση! Ποτέ στην ιστορία δεν υπήρξε τέτοια πολιτιστική και κοινωνική ειοβολή χωρίς να πέσει ούτε μία σφαίρα.

    Χρησιμοποιώντας τεχνικές δοκιμασμένες στο παρελθόν από τα πιο απολυταρχικά καθεστώτα, καθημερινά βομβαρδιζόμαστε από εφημερίδες, τηλεοπτικά κανάλια (τη μάστιγα της ελεύθερης γνώμης), politically correct πολιτικούς και δημοσιογράφους, Κυβερνητικές και Μη Οργανώσεις, δήθεν καλλιτέχνες και ακόμη πιο δήθεν διανοούμενους, που μας εκπαιδεύουν στο να αγνοούμε την κοινή λογική και να σπρώχνουμε στο πιο σκοτεινό μέρος του μυαλού μας την προσωπική μας γνώμη, αυτήν την σχηματισμένη με τις πιο απλές έννοιες λογικής συνοχής ανά τους αιώνες.

    Ξαφνικά μας επιβάλλονται έννοιες όπως δικαιώματα των μειονοτήτων, ανθρωπιστικές οργανώσεις, βελούδινα πραξικοπήματα, κοινωνική αποδοχή της ομοφυλοφιλίας, ενσωμάτωση των λαθρομεταναστών και ό,τι άλλο βάλει ο άρρωστος νους των κινούντων τα νήματα. Παράλληλα, όσοι αντιδρούν σε αυτόν το συρφετό βαφτίζονται ρατσιστές, ξενόφοβοι, ακραίοι, σεξιστές και πάει λέγοντας. Κατηγορίες δηλαδή που αν εξαπολύονταν πριν από 30 χρόνια σε κάποιον ανυποψίαστο γέροντα, ας πούμε της δικής μας πατρίδας, το πολύ - πολύ να έστριβε το μουστάκι του με απορία.

    Έτσι, κάθε κοινωνικό στοιχείο που μπορεί να μας κάνει να διαφέρουμε από τους άλλους πολεμάται με λύσσα. Η απλή ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει σε συγκεκριμένα υποσύνολα, εθνικά, κονωνικά, φιλοσοφικά, συντεχνιακά, αγνοείται και στη θέση της προωθείται η σκέψη ό,τι το μόνο που μας ξεχωρίζει από τον διπλανό είναι το τι ψωνίζουμε. Η τελευταία ικμάδα εθνικής υπερηφάνειας είναι το να αποφασίσουμε να φάμε στα Goodys, αγνοώντας επιδεικτικά τα McDonalds.

    Από την εποχή των εθνών-κρατών, των σαφώς διαχωρισμένων κοινωνιών με τις αντίστοιχες παραδόσεις και τρόπο ζωής, έχουμε μπει σε μία διαδικασία κοινωνικής και γενετικής μετάλλαξης, με απώτατο σκοπό την επίτευξη της ιδανικής (γι' αυτούς) κοινωνίας. Αυτής που θα μπορούσε να ονομαστεί «παγκόσμια σούπα». Και εκεί που κάποτε έλεγες ότι θες να επισκεφτείς την Αγγλία ή τη Γαλλία και εννοούσες ότι θέλεις να κάνεις αυτό το ταξίδι για να γνωρίσεις 'Αγγλους και Γάλλους, να μελετήσεις τις ιδιαιτερότητές τους και να συγκρίνεις τις ιδιοσυγκρασίες των εθνών αυτών με το δικό σου, τώρα θα βρίσκεσαι αντιμέτωπος με το παγκόσμιο έθνος. Με άτομα του ίδιου (καφεκίτρινου πιθανότατα) χρώματος, που μιλούν την ίδια γλώσσα, τρώνε τα ίδια φαγητά (εδώ μάλλον οι Κινέζοι θα υπερισχύσουν και δικαίως), χρησιμοποιούν το ίδιο νόμισμα, πίνουν τα ίδια ποτά και ακούν την ίδια μονότονη μουσική. Η μόνη διαφορά θα είναι ότι θα ψωνίζεις μεν στα ίδια Accesorize, McDonalds, Pizza Hut, Starbucks ή Planet Hollywood, αλλά αυτά θα είναι τοποθετημένα διαφορετικά στο χώρο και - αν είσαι τυχερός - θα έχεις διαφορετικό καιρό πάνω από το κεφάλι σου.

    Σε αυτόν τον μελλοντικό κόσμο, όλοι ενδέχεται να μην είναι ίσοι (πλούσιοι και φτωχοί θα υπάρχουν πάντα), αλλά σίγουρα όλοι είναι ίδιοι. Αυτό είναι το νέο σύνθημα. Η γενετική εντροπία έχει κτυπήσει κόκκινο και ο νεωτερισμός έχει εκλείψει. Νέες ιδέες δεν γενιούνται, ούτε αυθύπαρκτες, ούτε μέσω σύνθεσης. Γιατί πώς να υπάρξει σύνθεση όταν δεν υπάρχει διαφορετικότητα; Πώς να φτιάξεις λόφους αν όλα είναι πεδιάδες και τα βουνά με τις κορυφές τους έχουν από καιρό αποψιλωθεί;

    Ένα τέτοιο σενάριο, ή μάλλον την απαρχή του, προσπαθεί να κοινωνήσει σε εμάς και ο Jean Raspail. Όταν έγραψε το βιβλίο, πολύ νωρίς (το 1973), αν και είχε αντιληφθεί την αποδοτικότητα των μηχανισμών του «Θηρίου» (ή «Νέας Τάξης» αν θέλετε), ποτέ δεν περίμενε ότι η ... σούπα θα μαγειρευόταν σιγά - σιγά, ότι για να γίνει καλό το μείγμα θα έπαιρνε αρκετές γενεές. Στο μυαλό του Raspail, η ανθρωπότητα, ή μάλλον ο Δυτικός Πολιτισμός, έπρεπε να πιαστεί στον ύπνο, να υποστεί κάποιου είδους πραξικοπήμα. Το σενάριο που σκέφτηκε λοιπόν για να δώσει διέξοδο στον γενικότερο προβληματισμό του ήταν το εξής: Ένας τεράστιος στόλος από κάθε είδους πλοία, κουβαλώντας πάνω από 1.000.000 απελπισμένες αλλά αποφασισμένες ψυχές, ξεκινά μία μέρα από την Ινδία, με αρχηγό έναν αρκετά ιδιόρρυθμο θρησκευτικό αρχηγό, και διακηρύττει ότι δεν σταματά αν δεν καταλήξει στις ακτές του πολιτισμένου κόσμου, από τον οποίον διεκδικεί ένα κομμάτι ευημερίας.

    Ο Jean Raspail παίζει με την καταρρακωμένη ηθική του μέσου δυτικού ανθρώπου, την έλλειψη αποφασιστικότητάς του, την απουσία εν γένει της κοινής λογικής. Μέσα από το βιβλίο καταδεικνύεται ότι από τη στιγμή που αυτοί οι 1.000.000 ξυπόλητοι και πεινασμένοι Ινδοί αποφασίζουν να κάνουν αυτό το ταξίδι, η Δύση είναι ήδη χαμένη. Είναι χαμένη γιατί έχει τρωθεί από μέσα όλα αυτά τα χρόνια της πραπαγάνδας. Δεν έχει πια τη δύναμη να αντισταθεί ούτε ατομικά όυτε κρατικά. Και βαθιά μέσα της το ξέρει και η ίδια ότι η κατάρρευση είναι απλά θέμα χρόνου.

    Ο Raspail, Γάλλος και ο ίδιος, είτε για να ταρακουνήσει τα γαλλικά νερά, είτε για να τιμωρήσει τον εαυτό του που ανέλαβε να γράψει αυτό το βιβλίο, οδηγεί τον στόλο στα νότια παράλια της πατρίδας του, πάνω σε μία όμορφη ηλιόλουστη ακτή. Από τότε όχι μόνον ο κόσμος δεν θα είναι ποτέ ξανά ο ίδιος, αλλά, ακόμη χειρότερα, δεν πρόκειται να αλλάξει και ποτέ ξανά. Δεν έχει τη δυναμική για περαιτέρω βήματα. Γιατί, μία επανάσταση είναι πάντα αναμενόμενη, και πολλές φορές οδηγεί στην πρόοδο. Αλλά πώς μπορείς να χαρακτηρίσεις επανάσταση το γεγονός αυτό, το οποίο θα αποστερήσει διά παντός την ανθρωπότητα από τη δυνατότητα μιας νέας αλλαγής;

    Όμως το τι συμβαίνει μετά την εισβολή δεν μας ενδιαφέρει και ούτε καν εξετάζεται. Από τη στιγμή που τα συστατικά έχουν συγκεντρωθεί και ριφθεί στο καζάνι, το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι αυτή η άγευστη και κρύα, καφεκίτρινη ανθρωπόσουπα. Αυτό το οποίο διεγείρει τη φαντασία του Raspail είναι τα τεκταινόμενα από τη στιγμή του απόπλου μέχρι την αναπόφευκτη αποβίβαση. Δεν μπορείς παρά να παρατηρήσεις ότι ο Raspail γράφει με ζωηρό πάθος. Ένα παράξενο πάθος, μίγμα απογοήτευσης, πικρίας και εκδίκησης. Αλλά αυτά τα συναισθήματα δεν εξαπολύονται προς τους Ινδούς εισβολείς. Βεβαίως, ούτε σε αυτούς φέρεται με επιείκια ή τον απαραίτητο σε άλλες περιπτώσεις ανθρωπισμό, κάτι που έχει κοστίσει στο βιβλίο τη ρετσινιά του ρατσιστικού έπους από τους γνωστούς επαγγελματικούς αντιρατσιστικούς κύκλους. Αυτό που ενδιαφέρει όμως τον συγγραφέα είναι να πάρει τη δική του εκδίκηση από τους συμπατριώτες του γι' αυτό που αφήνουν να ξεφύγει από τα χέρια τους τόσο εύκολα. Την κιβωτό του Δυτικού Πολιτισμού. Ενός πολιτισμού που χρειάστηκε την επιρροή των Αρχαίων Ελλήνων, των Ρωμαίων, του Ιησού, του Μεσαίωνα, της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού για να γίνει αυτό που είναι. Και η Δύση είναι το συνώνυμο της προόδου, της αποθέωσης των τεχνών και της ελευθερίας, σε αντιδιαστολή με τον εν γένει δεσποτισμό, την άγνοια και τη μισαλλοδοξία των άλλων πολιτισμών.

    Το ότι η Δύση έχει οδηγηθεί σε αυτό το έσχατο σημείο, όπου το όλο οικοδόμημα είναι έτοιμο να καταρρεύσει στο πρώτο χτύπημα, είναι κάτι που ο Raspail δεν μπορεί να αντέξει. Και δεν μπορεί να το αντέξει επειδή οι ίδιοι οι πολίτες είναι αυτοί που φταίνε γι' αυτήν την παρακμή. Έτσι επιτίθεται μέσα από τους χαρακτήρες του έργου του ακριβώς σε αυτούς. Τους βάζει να κάψουν τα γραφικά γαλλικά σπίτια, να βιάσουν τις γυναίκες τους, να καταστρέψουν την τέχνη τους, να αλλάξουν μια για πάντα τη μορφή και τον γαλλικό/δυτικό τρόπο ζωής. Πίσω όμως από όλη αυτή την καταστροφική μανία του κρύβεται και μία μικρή φλόγα ελπίδας, όσο ίσως κι αν ο ίδιος δεν θα το παραδεχόταν ποτέ.

    Έχουμε λοιπόν από τη μία όλα τα φερέφωνα της εξουσίας, τους πληρωμένους δημοσιογράφους, τους επαγγελματίες αντιρατσιστές και τους φανατικούς πολέμιους κάθε έννοιας του έθνους να κάνουν ότι μπορούν για να τραβήξουν τον στόλο όλο και πιο κοντά χρησιμοποιώντας κάθε μέθοδο και πάνω απ' όλα την απάθεια του μέσου Γάλλου. Από την άλλη όμως έχουμε και μία χούφτα τρελούς να προσπαθούν μόνοι τους να σταματήσουν την πλημμυρίδα. Ακόμη κι αυτοί βέβαια ξέρουν ότι το παιχνίδι είναι χαμένο. Ό,τι κάνουν το κάνουν μόνο για τους εαυτούς τους, την αξιοπρέπειά τους και ένα είδος αίσθησης ιστορικής ευθύνης. Εδώ, όχι τυχαία, βλέπουμε και την επίδραση της ελληνικής ιστορίας στον συγγραφέα, καθώς δεν διστάζει να δώσει το όνομα Constantine Dragases σε έναν από τους κυριώτερους πρωταγωνιστές και τελευταίο εναπομείναντα αξιωματικό του γαλλικού στρατού, ή το όνομα Luke Notaras σε κάποιον άλλον. Οι ιστορικές αναλογίες είναι εμφανείς... 'Αλλωστε το βιβλίο τελειώνει με τη φράση του πρίγκιπα Bibesco: «Η πτώση της Κωνσταντινούπολης είναι μία προσωπική συμφορά που συνέβη σε όλους μας την προηγούμενη εβδομάδα...»

    Οι ελάχιστοι λοιπόν εναπομείναντες σώφρονες πολίτες βλέπουν τα γεγονότα να ξετυλίσσονται με απίστευτη ταχύτητα γύρω τους και αναρωτιούνται τι μπορεί να πήγε τόσο λάθος. Είναι όμως πια πολύ αργά. Η κυβέρνηση και οι πολίτες βρίσκονται στενά εγκλωβισμένοι κάπου μεταξύ των εννοιών της επιβίωσης, του πατριωτισμού, της πολιτικής ορθότητας και του ανθρωπισμού και κάθε προσπάθεια της Δύσης για αντίσταση είναι μάταια εν τη γένεσει της.

    Σε αυτό το σημείο ίσως πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι για την χρήση του όρου «Δύση» από τον Raspail, και το πώς βλέπει την Ελλάδα μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Σαφώς, η συζήτηση είναι μεγάλη, και δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος για να αναλυθεί η διένεξη μεταξύ του «ανήκομεν εις την Δύσιν» από τη μία, και την εγγύτητα, γεωγραφική και πολιτισμική, που έχουμε ως χώρα και λαός με την Ανατολή.

    Ο Raspail λοιπόν, ως Δύση θεωρεί όλα τα εκβιομηχανισμένα έθνη που μοιράζονται κοινές ιδέες, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές διαδικασίες και συγκυρίες, οι οποίες έλαβαν χώρα κυρίως στην Ευρώπη. Μία άλλη προσέγγιση θα ήταν πως συμπεριλαμβάνει τις χώρες που απαρτίζονται ως επί το πλείστον από λευκούς πολίτες. Ένας τρίτος, ίσως πιο σωστός ορισμός, είναι ότι εννοεί τις χώρες που λειτουργούν περισσότερο ως δέκτες μεταναστών, παρά ως πομποί.

    Αν θεωρήσουμε μία υπέρθεση αυτών των τριών ορισμών, θα δούμε πως η χώρα μας σαφώς ανήκει στη λεγόμενη «Δύση». Τουλάχιστον, για να μην μακρυγορούμε, ας λάβουμε υπόψιν ότι αυτό ισχύει στα πλαίσια του «Camp of The Saints», όπου οι συνθήκες είναι πια κρίσιμες, και όπως πριν από έναν μεγάλο πόλεμο, τα όρια και οι συσχετισμοί είναι πολύ πιο ευδιάκριτοι. Το μόνο σίγουρο είναι πως ο Raspail θεωρεί την Ελλάδα ως σαφώς ανήκουσα στη Δύση και κανείς δεν μπορεί να του αφαιρέσει αυτό το δικαίωμα.

    Εύκολα γίνεται αντιληπτό πως το ενδιαφέρον γι΄αυτό το βιβλίο ως προς έναν εθνικιστή είναι τεράστιο. Ιδιαιτέρως δε στις μέρες μας που το πρόβλημα της μετανάστευσης, λαθραίας και μη (ας μη γελιόμαστε), έχει καταστεί φλέγον και είναι σε εξέχουσα θέση στις ατζέντες των πολιτικών, εκτός ίσως από αυτούς που παρεπιδημούν στην ταλαίπωρη πατρίδα μας. Ο Raspail κατάφερε να το προβλέψει αυτό από το 1973. Το γεγονός αυτό από μόνο του αρκεί για να θεωρηθεί το βιβλίο προφητικό. Ίσως όχι σε νοστραδαμιακά επίπεδα, αλλά σίγουρα κοντά στα οργουελιανά.

    Κατά την ταπεινή μας γνώμη όμως, το προφητικό στοιχείο στο βιβλίο δεν είναι απλά η διαπίστωση ότι το μεταναστευτικό ρεύμα θα καταπιεί τελικά τη Δύση. Το πιο συνταρακτικό στοιχείο που προβλέπει ο διορατικότατος συγγραφέας είναι η αδυναμία της Δύσης να αντισταθεί στο αναπόφευκτο. Η δυναμική της έχει τρωθεί από μέσα, με τη χρήση των μηχανισμών που όλοι πια εύκολα αναγνωρίζουμε. Ο Δυτικός άνθρωπος έχει σταδιακά ναρκωθεί και βρίσκεται πια εν υπνώσει, ανήμπορος να χρησιμοποιήσει το συστατικό στοιχείο που κάνει τον πολιτισμό του ξεχωριστό. Και αυτό το στοιχείο είναι βέβαια η προσωπική του ελεύθερη βούληση, το δικαίωμά του να υλοποιήσει αυτό το οποίο θεωρεί εν τέλει δίκαιο. Και πάει ακόμη παραπέρα, ή μάλλον χαμηλότερα, όταν αποδεικνύεται ότι έχει χάσει πια και το αείποτε υπάρχον στην ανθρώπινη φύση ένστικτο της επιβίωσης.

    Η έλλειψη θέλησης, πάθους για επιβίωση είναι αυτό που στηλιτεύει ο Raspail και ταυτόχρονα αυτό που πρέπει να προβληματίσει εμάς τους αναγνώστες. Πώς είναι δυνατόν, αναρωτιέται ο Raspail, οι άνθρωποι που κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν πολιτισμό που λειτούργησε τόσους αιώνες ως οδηγός και παράδειγμα σε όλα τα μήκη και πλάτη της υφηλίου, πώς είναι και τώρα τον παραδίδουν αμαχητί στις ορδές των λιμασμένων «ξιπόλητων» που θέλουν να τον ξεκοκαλίσουν μια για πάντα, στρέφοντας τον τροχό της προόδου δεκαετίες πίσω; Γιατί η Δύση να έχει τύψεις που έχει καταφέρει να επιζήσει ως σήμερα;

    Εν κατακλείδει πρέπει να προειδοποιήσουμε πως το χειρότερο που μπορεί να κάνει ο αναγνώστης είναι να απορρίψει το βιβλίο από τις πρώτες σελίδες ως εν δυνάμει ρατσιστικό. Οι σκέψεις που προσπαθεί να κοινωνήσει ο Raspail δεν είναι τόσο ευτελείς. Ακόμη κι όταν ο αναγνώστης βρεθεί αντιμέτωπος με σκληρές εκφράσεις, χαρακτηρισμούς που δεν έχει τύχει να διαβάσει στον ... mainstream ημερήσιο τύπο την τελευταία εικοσαετία, πρέπει να τις δει μέσα από τη συγγραφική έξαψη του Raspail, ο οποίος παλεύει για τα ιδανικά του μέσα από τις προσωπικότητες των απελπισμένων ηρώων που έπλασε και την κούραση που νιώθει για το μάταιο αυτής της προσπάθειας. Δεν πρέπει να χασεί την ευκαιρία ο υποψιασμένος βιβλιόφιλος να εντρυφήσει σε αυτό το μεγαλείο της ταχύτατης αποσύνθεσης του Δυτικού πολιτισμού που κόπιασε για να φτιάξει ο σημαντικός αυτός συγγραφέας για εμάς.

    Αν λοιπόν έχετε κουραστεί και εσείς από το «ρεύμα» των politically correct δημοσιεύσεων περί της «παγκόσμιας συνείδησης», της «λευκής ενοχής» και του πόσο ωραία θα ήταν όλα αν ... αγαπιόμασταν με τους εχθρούς μας, σταματήστε να το ακολουθείτε και διαβάστε αυτό το βιβλίο-παραβολή, υπόδειγμα πολιτικής ΜΗ-ορθότητας. Είναι μία μεγάλη ευκαιρία να εξερευνήσετε την προσωπικότητα σας και να αναρωτηθείτε αν κι εσείς τελικά θα βρίσκατε το θάρρος ή τη θέληση να βάλετε στη ίδια ζυγαριά τον πολιτισμό, την αξιοπρέπεια και τον ανθρωπισμό, στο μεγαλύτερο ερώτημα που κλήθηκε ποτέ να απαντήσει η δυτική ανθρωπότητα.