«Η καθ' ημάς Δεξιά» του Χρίστου Γούδη

  • Δημοσιεύτηκε: 17 Δεκέμβριος 2009

    Δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν ότι ο διαχωρισμός του λαού σε δεξιούς και αριστερούς δεν έχει πια κανένα νόημα και ότι το παιχνίδι αυτό φτάνει σύντομα στο τέλος του. Η όλο και πιο φανερή σύγκλιση απόψεων και πρακτικών της Δεξιάς και της Αριστεράς, συνηγορεί σ' αυτό.

    Να, όμως, που φτάσαμε, έχοντας διανύσει ήδη 9 έτη του 21ου αιώνα, να συζητούμε για την καθ' ημάς Δεξιά, μέσα από το αξιοπρόσεκτο πόνημα του καθηγητή του Πανεπιστημίου Πατρών Χρίστου Γούδη. Το φανερό λογοπαίγνιο με την καθ' ημάς Ανατολή, που ο συγγραφέας φροντίζει από την πρώτη κιόλας πρόταση του πρώτου δοκιμίου του βιβλίου (σ. 15) να συσχετίσει, φανερώνει την αγωνία του στο δικαίωμα να είμαστε αλλού και κάπως, δηλαδή αυτό που πραγματικά είμαστε: «ένθεοι και υπερβατικοί», «χαμένοι στην μετάφραση των κρυφών νοημάτων» (σ. 12).

    Το κρυφό νόημα της καθ' ημάς Δεξιάς, λοιπόν, προσπαθεί να κωδικοποιήσει ο συγγραφέας στο βιβλίο του αυτό, κάτι που το επιτυγχάνει είτε με τρόπο αφαιρετικό είτε με τρόπο περιγραφικό. Η ανάγκη που τον οδήγησε σ' αυτό το πεδίο πνευματικής έρευνας «οφείλεται στο ότι η δημοκρατία που βιώνουμε, έχει υπερβεί τα ανεκτά όρια της ευτέλειάς της» (σ. 82).

    Ο συγγραφέας, σε μία εποχή που η θεοποίηση του ατόμου έχει οδηγήσει με ταχείς ρυθμούς στην απαξίωση της έννοιας του συλλογικού συμφέροντος, καθορίζει ευθαρσώς το πλαίσιο του αγώνα τον οποίο πρέπει να διεξάγουν τα μέλη μιας εθνικής κοινωνίας σ' ένα μέλλον που αντικαθιστά με γρήγορα βήματα το παρόν: «Οι καιροί απαιτούν επιστροφή σε αρχές και αξίες σπαρτιατικής ηθικής, επάνοδο στο καταφρονείν των ηδονών των Λακεδαιμονίων». Δεν διστάζει μάλιστα να πει ότι «σήμερα ενός εστί χρεία», που θα οδηγήσει το έθνος «σε ένα μέλλον που θα σέβεται τις ρίζες, τις παραδόσεις, τις αρχές και το ιστορικό μας παρελθόν, παίρνοντας δύναμη για το μέλλον από την άφθαρτη ψυχή της ελληνικότητας» (σ. 84).

    Η προσέγγιση αυτή δεν είναι δυνατόν να γίνει με κριτήρια ιδεοληπτικά. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ένα όμορφο και χαρακτηριστικό παράδειγμα, αυτό των πουλιών, που πετάνε στρέφοντας το κεφάλι τους προς τα πίσω. Δεν είναι δυνατόν, γράφει, «να προσλαμβάνεται διαφορετικά μία παρελθούσα πραγματικότητα μέσα από τον αριστερό και δεξιό οφθαλμό μας, γιατί εύκολα θα γίνουμε το θήραμα του μέλλοντος από τους κυνηγούς που έχει εξαπολύσει η παγκοσμιοποίηση» (σ. 87).

    Στο σημείο αυτό θα μπορούσε να διακρίνει κανείς μία προσπάθεια του Χρ.Γούδη, να αποστεί από την απολυτότητα του εκφραστή και υποστηρικτή των αρχών της Δεξιάς. Είναι όμως σαφές ότι την καθ' ημάς Δεξιά ο συγγραφέας την αποτυπώνει ως τον θεματοφύλακα των εθνικών αξιών και της ελληνικότητας, δηλαδή των δύο βασικών πυλώνων της ταυτότητάς της: «την γλώσσα και την ελληνοχριστιανική κουλτούρα της κοινωνίας της» (σ. 111). Μόνον έτσι μπορεί να επιτευχθεί «η ταχύρρυθμη ελληνοποίηση των κατοίκων της χώρας μας και η ανάταξή της» (σ. 111).

    Γίνεται σαφές από την ανάγνωση του βιβλίου, ότι η ελληνοποίηση αυτή δεν αφορά μόνον τους εκατοντάδες χιλιάδες των μεταναστών που έχουν κατακλύσει την χώρα μας. Ο συγγραφέας μάλιστα θεωρεί ως μείζον το πρόβλημα αυτό και αναφέρεται στην προοπτική αυτή μόνο για τους φυλετικά συγγενικούς με τους Έλληνες εξ αυτών (σ. 25). Η ελληνοποίηση ως τρόπος ζωής, ως κοσμοθεώρηση, αφορά πρωτίστως αυτούς που φέρουν τον τίτλο τιμής του Έλληνα, που τον έχουν κληρονομήσει δικαιωματικά από τους προγόνους τους και τον έχουν εκμαυλίσει με την σημερινή πολιτισμική παρουσία και κοινωνική συμπεριφορά τους.

    Είναι καταγγελτικός ο συγγραφέας: Εκτός από τους διαγκωνιζόμενους για συμμετοχή στις διάφορες λέσχες των ιλλουμινάτι της εποχής μας (λέσχη Μπίλντεμπεργκ, Τριμερής και λοιπά μασωνοειδή κατασκευάσματα και σέχτες), στο στόχαστρό του μπαίνουν οι υποκριτές και κάπηλοι κοινωνικών και εθνικών αξιών. Καταγγέλλεται ο λαϊκισμός, όχι επειδή διατυπώνει τρόπους επιλύσεως σημαντικών κοινωνικών και εθνικών προβλημάτων, αλλά επειδή οι εκφραστές των απόψεων αυτών στερούνται «ώμους στιβαρούς και άκαμπτη σπονδυλική στήλη» (σ. 118). Το δοκίμιο «Περί λαϊκισμού», είναι πράγματι εξαιρετικό και με πολλούς αποδέκτες!

    Αν και ποτέ στην ζωή μου και στην προσωπική πολιτική πορεία μου δεν αυτοπροσδιορίστηκα ως δεξιός, δεν με ενοχλεί καθόλου ο ετεροπροσδιορισμός αυτός. Απλώς αποτυπώνει μόνο μία πτυχή των ιδεών μου. Η ιδεολογία μου είναι ο εθνικισμός, ο ενσυνείδητος δηλαδή πατριωτισμός.

    Ο καθ' ημάς πατριωτισμός, λοιπόν, το πώς αντιλαμβάνεται δηλαδή κάθε λαός, κάθε έθνος, τον πατριωτισμό του, την έμφυτη, ενστικτώδη παρόρμησή του να υπερασπίσει τα πάτρια (γλώσσα, θρησκεία, παράδοση), η μετάβαση δηλαδή από το ένστικτο στην συνείδηση, η κωδικοποίηση του ενστίκτου, διαμορφώνει τον εθνικισμό κάθε λαού. Πιστεύω λοιπόν, ότι η καθ' ημάς Δεξιά που αποτυπώνει στο βιβλίο του ο Χρ.Γούδης δεν είναι τίποτε άλλο από μία εθνικιστική προσέγγιση της αγωνίας και των οραμάτων του για το μέλλον του έθνους μας. Το διατυπώνει εξάλλου κι ο ίδιος, χωρίς περιστροφές: «Οι μαζικές κοινωνικές συσπειρώσεις γύρω από την υπόσταση και την σημασία του έθνους στην ζωή μας, αποτελεί το σημαντικότερο ανάχωμα στο τσουνάμι της παγκοσμιοποίησης» (σ. 90).

    Και για να μην αφήσει τον αναγνώστη να περιπλανιέται σε μονοπάτια αναζήτησης που μπορεί να τον οδηγήσουν ίσως και σε λαθεμένες προσεγγίσεις, μας φέρνει στο 2ο μέρος του βιβλίου του κοντά σε ανθρώπους που ήταν «αλλού και κάπως», που πάλεψαν «χωρίς μανδύα και χωρίς το σιδηρούν προσωπείον της καθημερινότητας, ορατοί ενάντια στους αοράτους» (σ. 11), που απετέλεσαν παραδείγματα «μιας ανώτερης ηθικής, ηρωισμού και πατριωτικού προσανατολισμού, θυσίας, ασκητισμού και αυτοπειθαρχίας, καταστάσεις συνειδητότητας που δεν μπορούμε να πούμε ότι χαρακτηρίζουν μαζικά την εποχή μας» (σ. 21). Ο Αλέξανδρος, ο Υιός του Ανθρώπου, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο Ίων Δραγούμης, ο Ρένος Αποστολίδης, ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Χοσέ Αντόνιο, ο Ούγο Πρατ, ο Γιούκο Μίσιμα, ο Ιούλιος Έβολα, ο Ρομπέρ Μπραζιγιάκ, ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, είναι μερικοί από αυτούς, κατά τον συγγραφέα.

    Καθοδηγητές με την πορεία τους στην ζωή, δάσκαλοι με το βιωματικό παράδειγμά τους, μπορούν να αποτελέσουν το υπόβαθρο για την δημιουργία μίας άλλης Ελλάδας, όπως την οραματίζεται ο Χρ.Γούδης: «Να διαλύσουμε το Κράτος της Αγοράς και της Πιάτσας, το κράτος της κομματικής δοσοληψίας και της οικονομικής διαπλοκής» (σε ποιόν άραγε δεν θυμίζουν τα λόγια αυτά το High Huge Mauberly του Έζρα Πάουντ: «Το καλόν το βλέπουμε θεσπισμένο στην Αγορά»). Και συνεχίζει ο συγγραφέας: «Να δείξουμε ότι η Ελλάδα δεν είναι έτσι όπως την βλέπουμε σήμερα. Η Ελλάδα είναι ασκητισμός, η Ελλάδα είναι αξίες, η Ελλάδα είναι δύναμις και οι Έλληνες δεν είναι μόνο προσφορά υπηρεσιών, πιτσαδόροι και ξενοδόχοι και πλυντήρια χρήματος. Η Ελλάδα είναι η διανόηση και ο πολιτισμός της, που έχει αναδείξει τόσες και τόσες κορυφές στο παγκόσμιο στερέωμα. Πρέπει να χτιστεί εξ αρχής ένα διαφορετικό πλαίσιο στα μυαλά των ανθρώπων. Εκείνο που χρειαζόμαστε είναι ένα όραμα πολιτικό και πολιτιστικό για το μέλλον. Και άφθονη πνευματική δυναμίτιδα για να καταστρέψουμε το σάπιο βασίλειο της Δανίας, έστω κι αν κάτι τέτοιο έχει ανάγκη από σαιξπηρικούς ρομαντικούς ήρωες του τύπου του Άμλετ. Πολλές φορές η «παράνοια» είναι το ζητούμενο για την ανατροπή ενός παρανοϊκού, άδικου και στυγνού κόσμου».


    Το κείμενο αποτελεί την ομιλία του Γιάννη Κουριαννίδη στην παρουσίαση του βιβλίου «Αλλού και Κάπως» του Χρίστου Γούδη στις 11 Δεκεμβρίου 2009 στο βιβλιοπωλείο «Ψαράς» στην Θεσσαλονίκη.