Hunger: μία ταινία για τον Μπόμπυ Σαντς

  • Δημοσιεύτηκε: 27 Οκτώβριος 2008

    Η πιο συγκλονιστική ταινία της χρονιάς είναι αναμφίβολα το Hunger του Βρετανού Στηβ Μακ Κουήν για την απεργία πείνας του Μπόμπυ Σαντς και των συντρόφων του τού IRA το 1981. Μια ταινία που σόκαρε κοινό και κριτικούς στις φετινές Κάννες, αλλά που έφυγε με την πολύτιμη «Χρυσή Κάμερα» για την καλύτερη ταινία πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη.

    Ο Μπόμπυ Σαντς γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου 1954, σε μια καθολική οικογένεια, που ζούσε σε μια κατεξοχήν προτεσταντική γειτονιά του Δουβλίνου. Πράγμα που σήμαινε ότι η οικογένεια του δεχόταν ενοχλήσεις από τους πιστούς της Αγγλίας και του Στέμματος (loyalists). Έτσι το 1961, η οικογένεια του θα μετακόμιζε σε άλλη γειτονιά.

    Το 1972, την χρονιά της Ματωμένης Κυριακής, ο Μπόμπυ Σαντς θα καταγόταν στον Περιφερειακό IRA ως πρόβος. Από τότε συμμετείχε στον ένοπλο εθνικιστικό αγώνα για τον οποίο έγραφε: «Δεν θα συμβιβασθώ μέχρι να πετύχω την απελευθέρωση της χώρας μου, μέχρι η Ιρλανδία να γίνει μία κυρίαρχη, ανεξάρτητη σοσιαλιστική χώρα». Ο Περιφερειακός IRA μετά την διάσπαση του 1969, αντίκειτο στον "Επίσημο IRA" που ήταν μαρξιστικής κατεύθυνσης. Aντίθετα στήριζε τον παραδοσιακό καθολικό ρεπουμπλικανισμό και την σοσιαλδημοκρατία του Σιν Φέιν. Μάλιστα ο Μπόμπυ Σαντς έγραφε στην καινούργια επίσημη εφημερίδα του Σιν Φέιν, την Ah Abranagh.

    Τον Οκτώβριο του 1972, ο Σαντς συνελήφθη για κατοχή 4 πιστολιών και την επόμενη χρονιά καταδικάσθηκε σε φυλάκιση πέντε ετών. Ενώ το 1977 καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 14 χρόνων για κατοχή όπλων μετά από μία σύγκρουση με την αστυνομία. Στις 1 Μαρτίου 1981, ο Μπόμπυ Σαντς μαζί με εννιά συντρόφους του, θα αρχίσει την διάσημη απεργία πείνας στα κελιά H-Block της φυλακής Μέηζ. Δεν υπήρξε η πρώτη απεργία πείνας, μιας και παρόμοιες απεργίες χρησιμοποιόταν από το 1917. Ήταν όμως η πιο σημαντική στην οποία οι μαχητές του IRA ζητούσαν:

    • Να μην θεωρούνται ποινικοί, αλλά πολιτικοί κρατούμενοι,
    • Να μην φορούν στολές της φυλακής,
    • Να μην κάνουν δουλειές της φυλακής και
    • Να δέχονται γράμματα και επισκέψεις κάθε εβδομάδα.

    Στην διάρκεια της απεργίας του, ο Μπόμπυ Σαντς πήρε την θέση του εκλιπόντος Φρανκ Μαγκουάϊρ ως βουλευτής του Ιρλανδικού Κοινοβουλίου με 30,493 ψήφους. Όμως αυτό δεν είχε αποτέλεσμα στην αποδοχή των αιτημάτων του από την Βρετανική Κυβέρνηση. Ο πιο διάσημος μάρτυρας του σύγχρονου ιρλανδικού Εθνικισμού άφησε την τελευταία του πνοή στις 5 Μαΐου 1981, μετά από 66 μέρες απεργίας.

    Θα πρέπει να πούμε ότι πολλοί δημοσιογράφοι στις Κάννες κατηγόρησαν τον Στηβ Μακ Κουήν, ότι εξυμνεί «τρομοκράτες» πράγμα που ο ίδιος αρνήθηκε. Προσθέτοντας ότι δεν παίρνει θέση, αλλά δείχνει την βία και από τις δυο πλευρές. Ήταν οι ίδιοι (Guardian, Observer) που κατηγόρησαν για τους ίδιους λόγους τον Κεν Λόατς για το «Ο Άνεμος Χορεύει το Κριθάρι».

    Το Hunger ξεκινά με τον υπάλληλο φυλακών Ραίημοντ Λόχαν που δουλεύει στις διάσημες φυλακές Μέηζ. Πρόκειται για έναν, κατά τα άλλα, φυσιολογικό άνθρωπο που κάθε μέρα ψάχνει κάτω από το αυτοκίνητο του μην τυχόν και βρει εκρηκτικά του IRA. Ενώ η γυναίκα του τον κοιτάζει απογοητευμένη να φεύγει κάθε πρωϊ. Για ένα διάστημα βλέπουμε την ζωή μέσα από τα μάτια του Λόχαν και αναρωτιόμαστε γιατί έχουν ματώσει οι κλειδώσεις των χεριών του τις οποίες προσπαθεί να πλύνει. Όταν καταλάβουμε την αιτία, θα θυμηθούμε την φράση του Μακβέθ στην τραγωδία του Σαίξπηρ: «Εξαφανιστείτε καταραμένα σημάδια! Εξαφανιστείτε είπα!»

    Ο Λόχαν έχει τοποθετηθεί στην πτέρυγα H- Blocks, όπου οι ρεπουμπλικάνοι αντάρτες του IRA αρνούνται να φορέσουν ρούχα κοινού ποινικού κατάδικου. Είναι η περίφημη απεργία της κουβέρτας και της απλυσιάς, όπου οι φυλακισμένοι αγωνιστές αρνιόταν να φορέσουν τα ρούχα της φυλακής, αλλά μόνο κουβέρτες και αρνιόταν να πλυθούν και άλειφαν τους τοίχους της φυλακής με τα κόπρανα τους. Όμως η φωνή της Μάργκαρετ Θάτσερ που ακούγεται από το ραδιόφωνο μας υπενθυμίζει ότι: «Δεν υπάρχουν πολιτικοί κρατούμενοι, μόνο κρατούμενοι κοινού ποινικού δικαίου. Δεν υπάρχουν πολιτικά εγκλήματα. Μόνο κοινά εγκλήματα». Έτσι δείχνει ποιος έχει το πάνω χέρι στην υπόθεση.

    Στην συνέχεια βλέπουμε τον Ντέηβιντ Γκίλεν, ένα καινούργιο φυλακισμένο να μεταφέρεται στα κελιά H-Blocks. Ο Γκίλεν δηλώνει μη συνεργάσιμος, όπως ήταν ο επίσημος όρος των απεργών. Τότε θα μεταφερθεί στο κελί του, όπου ο Τζέρυ Κάμπελ εκτίει την ποινή του. Ο Κάμπελ έχει βάψει τους τοίχους του κελιού του από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι με το «ειδικό» μείγμα από κόπρανα και αποφάγια. Από την στιγμή που ο Γκίλεν μπαίνει στο κελί του, ο Στηβ Μακ Κουήν χρησιμοποιεί την κάμερα με κοντινά πλάνα δημιουργώντας μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που διατηρείται σε όλη την διάρκεια της ταινίας. Ο Μακ Κουήν δεν κάνει μια ταινία για την απεργία πείνας του 1981. Θέλει να μας κάνει να νοιώσουμε, να μυρίσουμε και να αισθανθούμε οι ίδιοι πως ήταν να ζεις σε ένα κελί των φυλακών Μέηζ. Και αυτό το καταφέρνει τέλεια. Εκεί έγκειται η δύναμη της ταινίας που ανήκει στο πιο σκληρό «σινεμά-βαριτέ».

    Οι απεργοί αρνούνται τους κανόνες υγιεινής. Αφήνουν μακριά τα μαλλιά και τα γένια. Η κάμερα γυρίζει ξανά και ξανά στους διαδρόμους με τα ούρα να επεκτείνονται από πόρτα σε πόρτα και μερικές φορές τον φρουρό να τα καθαρίζει. Όμως τόσο αυτές οι σκηνές, όσο και οι σκηνές που δείχνου τους κρατούμενους να δημιουργούν την μπογιά από κόπρανα και αποφάγια, δεν έχουν τίποτα το αηδιαστικό. Αντίθετα δίνονται από το Μακ Κουήν με αριστουργηματικό καλλιτεχνικό τρόπο που αναδίνουν μια άγρια ομορφιά που σε βαράει κατευθείαν στομάχι.

    Οι καλύτερες σκηνές είναι οι πιο απάνθρωπες. Η μία είναι αυτή που οι φύλακες επιβάλουν με την βία κανόνες υγιεινής στους κρατούμενους. Ενώ η πιο συγκλονιστική είναι όταν τα ΜΑΤ μπαίνουν στις φυλακές και τσακίζουν τους σχεδόν γυμνούς αγωνιστές με τα γκλομπ. Όμως εκείνοι δεν υποκύπτουν με τίποτα. Ακόμα και όταν συμβιβάζονται κατόπιν διαταγής της ηγεσίας του ΙRA και φορούν ρούχα εξεγείρονται όταν καταλαβαίνουν ότι τους έχουν ξεγελάσει και τους ξευτελίζουν. O Μακ Κουήν που σπάνια χρησιμοποιεί μουσική στην ταινία δημιουργεί ένταση από τον θόρυβο που κάνουν οι δίσκοι και τα πιάτα που σπάνε ως ένδειξη διαμαρτυρίας.

    Και φυσικά έρχεται καθυστερημένα η εμφάνιση του Μπόμπυ Σαντς (ο Μάικλ Φασμπέντερ από τους «300»), του αρχηγού που όλοι σέβονται και υπακούν. Πολλοί πιστεύουν ότι έτσι καταστρέφεται ο ρυθμός της ταινίας και θα προτιμούσαν παράλληλες τις 3 ιστορίες. Όμως εμείς διαφωνούμε. Η κεντρική σκηνή της ταινίας είναι μια σχεδόν 20λεπτη συνομιλία με τον συμπαθούντα ιερέα της φυλακής (ο Λάιαμ Κάνιγχαμ του "Ο Άνεμος Χορεύει το Κριθάρι"). Σε αυτό ο ιερέας αντιτίθεται όχι τόσο γιατί θεωρεί την απεργία πείνας αυτοκτονία, άρα αμαρτία, αλλά βλακεία γιατί η Θάτσερ δεν πρόκειται να λυγίσει από εννιά ή εβδομηνταπέντε απεργούς. Πιστεύει ότι οι αρχηγοί του IRA εγκατέλειψαν τους απεργούς και ότι πιο ουσιώδες είναι να βγούν και να αγωνισθούν μέσα στην κοινότητα τους (κάτι που αποδεικνύεται σωστό). Όμως η ιδέα για μία ελεύθερη και ενωμένη Ιρλανδία ξεπερνά τους δισταγμούς ή τα λάθη του Μπόμπυ Σαντς και στο τέλος ο ιερέας πιστεύει ότι ο πρώτος δεν θα κάνει πίσω γιατί από μικρός έχει μάθει να κάνει αυτό που θεωρεί ηθικό και ας διαφωνούν οι περισσότεροι άνθρωποι.

    Ο Μακ Κουήν δείχνει την απεργία πείνας με το κορμί του Σαντς να αλλοιώνεται σιγά-σιγά εσωτερικά και εξωτερικά. Μια απεργία που κανείς, ούτε οι γονείς του, ούτε οι νοσοκόμοι προσπαθούν με συμβουλές ή με βία να αποτρέψουν.

    Το Hunger δείχνει με τον σκληρότερο τρόπο την βία των φυλακών Μέηζ, που ήταν το Γκουαντανάμο της εποχής. Ενώ υπάρχει η καταδίκη της βίας και από τις δυο πλευρές με την δολοφονία του Λόχαν στο γηροκομείο, μπροστά στην μάνα του που πάσχει από αλτσχάιμερ. Τέλος για πρώτη φορά, οι φύλακες δείχνονται ως φυσιολογικοί άνθρωποι. Πρέπει να πούμε ότι ο Φασμπέντερ είναι εκπληκτικός τον ρόλο του Μπόμπυ Σαντς. Ενώ ο Στηβ Μακ Κουήν έκανε την καλύτερη ταινία για τις Ταραχές στην Βόρεια Ιρλανδία. Μία συγκλονιστική και σοκαριστική ταινία για έναν αγώνα που πρόδωσε η Συμφωνία Ειρήνης της Μεγάλης Τετάρτης του 1998.

    * ο Γιώργος Πισσαλίδης είναι κριτικός κινηματογράφου και αυτήν την περίοδο συγγράφει το βιβλίο «Ο Σύγχρονος Κινηματογράφος της Δεξιάς».


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 18ης Οκτωβρίου 2008 της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος.

    Κατηγορία: