Τα κεριά της ελπίδας

  • Δημοσιεύτηκε: 08 Ιανουάριος 2016

    «Εθνικό διάλογο για την Παιδεία» ξεκίνησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ & Σια, ορίζοντας μάλιστα ως επικεφαλής της αρμόδιας Επιτροπής τον γνωστό για τις αντεθνικές απόψεις του, ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αντώνη Λιάκο. Δίπλα του, η επίσης γνωστή εθνομηδενίστρια Θάλεια Δραγώνα, ο επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, το στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ Νατάσσα Ρωμανού, ο υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ στην Αιτωλοακαρνανία Παυσανίας Παπαγεωργίου, ο πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, που είχε μάλιστα επιτρέψει τη λειτουργία του Indymedia μέσα στο Πανεπιστήμιο, Κώστας Μουτζούρης, στελέχη της κυβέρνησης όπως ο Θωμάς Μαλούτας και ο Γιάννης Παντής, ο τακτικός αρθρογράφος της «Αυγής», πρόεδρος του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, Γεράσιμος Κουζέλης, ο ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Διονύσης Κλάδης, που εχρημάτισε Γ.Γ. του υπουργείου Παιδείας επί ΠΑΣΟΚ, ο πρώην πρόεδρος της ΟΛΜΕ και στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, Θέμης Κοτσιφάκης, ο φίλος του Γιάνη Βαρουφάκη, αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Νίκος Θεοχαράκης, ο καθηγητής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας, Νίκος Θεοτοκάς, που υποστηρίζει ότι η Εθνεγερσία του 1821 ήταν απλώς μία ... μάχη ιδεών (!), ο επίσης τακτικός αρθρογράφος της «Αυγής», καθηγητής στην Ιατρική Σχολή Ιωαννίνων, Σπύρος Γεωργάτος, ο πρόεδρος της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής και βουλευτής Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ, καθηγητής Ιστορίας Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κώστας Γαβρόγλου, η αναπληρώτρια καθηγήτρια Ανθρωπολογίας του Φύλου και υπερασπίτρια των δικαιωμάτων των LGBT, Αθηνά Αθανασίου κ.α. Και δίπλα σε όλους αυτούς, και μερικοί ικανοί λειτουργοί της Επιστήμης, που δεν εντάσσουν το λειτούργημά τους σε ιδεοληψίες και πολιτικές επιδιώξεις, που κατά κανόνα θα αποτελέσουν το άλλοθι και την έξωθεν καλή μαρτυρία στις σκοπιμότητες αυτής της Επιτροπής «Διαλόγου».

    Να διαλεχθούν ποιοί; Άνθρωποι που έχουν επιλεγεί από την ηγεσία του αντεθνικού υπουργείου Παιδείας, να επιτελέσουν ένα συγκεκριμένο έργο, όπως αυτό που αναίσχυντα εξέμεσε η αναπληρωτής υπουργός Παιδείας, Σία Αναγνωστοπούλου, περί απαλλαγής των σχολικών βιβλίων από «καλούπια εθνόμετρου»; Ή μήπως, ο μέντορας της Ρεπούση και της Δραγώνα, Αντώνης Λιάκος, θα επιτρέψει να παρεκκλίνει έστω στο παραμικρό η Επιτροπή από τον εντεταλμένο στόχο της;

    Η ανιαρή παράθεση των ανωτέρω ονομάτων και των ιδιοτήτων τους έχει σκοπό να καταδείξει ακριβώς αυτό. Ότι δηλαδή, το παιχνίδι είναι «σικέ», ο «διάλογος» θα είναι ουσιαστικά παράθεση παραλλήλων μονολόγων, η εθνική Παιδεία θα δεχθεί το καθοριστικό χτύπημά της, έτσι ώστε τα Ελληνόπουλα να σταματήσουν πια να δέχονται έστω και τους ελάχιστους εναπομείναντες στην εκπαίδευση σπόρους εθνικής αυτογνωσίας και αυτοσυνειδησίας. Η αποκοπή τους από τις ρίζες και το αξιακό σύστημα του Ελληνισμού θα τους μεταλλάξει οριστικά σε πολίτες ενός κόσμου, όπου η ανθρώπινη ύπαρξη θα αποτιμάται σε εργασιακό κόστος και η ωφελιμότητά της στο ποσοστό του καταναλωτισμού της.

    Η εποχή μας δεν διαφέρει σε τίποτε από τις τελευταίες στιγμές, τους επιθανάτιους ρόγχους ίσως, καθεστώτων που κυριάρχησαν και ταλάνισαν τους υπηκόους τους για μακρά χρονικά διαστήματα, περνώντας από την εποχή της ακμής τους στη σήψη και την απαξίωση. Κάποιοι λίγοι άνθρωποι και τότε, όπως και τώρα, άναψαν ένα κερί για να διαλύσουν το σκότος, καλώντας και άλλους να πράξουν το ίδιο. Το πιο παρηγορητικό είναι όταν διαπιστώνει κανείς ότι αυτά τα κεριά βρίσκονται ακόμη και ανάμεσα σε καθεστωτικούς κύκλους και τα ανάβουν, ίσως και άθελά τους, κάποιοι που κλήθηκαν να διασώσουν έναν κόσμο που σβήνει.

    Έτσι, ερευνώντας στα έργα των ανθρώπων που στελεχώνουν την «Επιτροπή Διαλόγου για την Παιδεία», έπεσα πάνω στο κείμενο του αναπληρωτή καθηγητή Ιστορίας Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Χάρη Αθανασιάδη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Παιδεία και Κοινωνία» (τ. 4, 2005), με τίτλο «Εθνικισμός και παιδική λογοτεχνία». Στο κείμενο αυτό, ο συγγραφέας ξεκινά εμφανώς με μία κριτική και αφοριστική προσέγγιση στα πατριωτικά μηνύματα που προωθούντο στην παιδική λογοτεχνία, κυρίως μέσα από τα έργα της Πηνελόπης Δέλτα, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «ο εθνικισμός ως πολιτική αρχή αναδείχθηκε στην Ελλάδα σε πολιτικό δόγμα ήδη από τα μέσα του 19ου αι. με τη λεγόμενη Μεγάλη Ιδέα. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο δεν αρκούν τα κυβερνητικά διαγγέλματα. Χρειάζεται η συγκρότηση και πυκνή δράση εθνικιστικών οργανώσεων, η καθολική ει δυνατόν στράτευση του Τύπου, κοινωνικά και πολιτικά δραστήριοι διανοούμενοι και βεβαιότατα ο σύστοιχος προσανατολισμός του εκπαιδευτικού συστήματος ένθεν κακείθεν των συνόρων».

    Στη συνέχεια, όμως, καταλήγει στην εκπληκτική διαπίστωση, για έναν διανοητή της Αριστεράς, ότι «όλη η φιλολογία περί διαπολιτισμικής, αντιρατσιστικής, πολυπολιτισμικής εκπαίδευσης, όλα τα ευρωπαϊκά προγράμματα και τα συναφή σεμινάρια δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν μία νέα, «διαπολιτισμική» Πηνελόπη Δέλτα. Ούτε ένα νέο μεγάλο «διαπολιτισμικό» μυθιστόρημα για παιδιά. Το ελληνιστικό, το βυζαντινό, αλλά και το οθωμανικό παρελθόν προσφέρουν άφθονο υλικό. Οι ευαίσθητοι της διανόησης επίσης δεν λείπουν. Το αντιρατσιστικό φεστιβάλ συγκεντρώνει κάθε χρόνο πάνω από 20.000 επισκέπτες, κατά τεκμήριο υψηλής μόρφωσης. Υπάρχει όμως γνησιότητα και δυναμική στο διαπολιτισμικό πρόταγμα; Το έθνος: Ένα αίσθημα συνανήκειν, μια αίσθηση ενός βαθύτερου νοήματος ύπαρξης».

    Αυτό το αίσθημα του συνανήκειν, αυτό το βαθύτερο νόημα ύπαρξης, που εδράζεται και σφυρηλατείται πάνω στην συνείδηση του όμαιμου και του ομότροπου, γίνεται προσπάθεια σήμερα να πληγεί. Μάταια. Το προσπάθησαν κι άλλοι στο παρελθόν, χωρίς αποτέλεσμα. Οι συνεκτικοί δεσμοί των εθνικών κοινοτήτων αντέχουν στα χτυπήματα. Ειδικά σε λαούς που η διακύβευση της απώλειάς τους ισοδυναμεί με το τέλος ενός ένδοξου ιστορικού και πολιτισμικού παρελθόντος. Κάποιοι άνθρωποι, κάποιες κοινότητες κάνουν αυτό που πάντοτε έκαναν. Ανάβοντας τα κεριά της ελπίδας, αντιστέκονται διασώζοντας ό,τι είναι δυνατόν και κτίζοντας τις νέες δομές του αύριο. Ενός αύριο που αργά ή γρήγορα θα υποκαταστήσει τον κόσμο που χάνεται.


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο Ιανουαρίου 2016 της εφημερίδας «Ελεύθερος Κόσμος».

    Κατηγορία: