Πέθανε ο αντικομμουνιστής σκηνοθέτης Αντρέι Βάιντα

  • Δημοσιεύτηκε: 15 Οκτώβριος 2016
    Αντρέι Βάιντα (1926-2016)
    Ο Άνθρωπος από Μάρμαρο
    Ο Άνθρωπος από Σίδερο
    Στάχτες και Διαμάντια
    Κατύν

    Πέθανε την Δευτέρα 10 Οκτωβρίου σε ηλικία 90 ετών ο διάσημος Πολωνός σκηνοθέτης Αντρέι Βάιντα. Υπήρξε διάσημος για την τριλογία του Πολέμου με τις ταινίες «Γενιά» (1954), «Κανάλ» (1956) και «Στάχτες και Διαμάντια» (1956). Κυρίως όμως ήταν εκείνος που χάρις στο πολιτικό του αριστούργημα «Άνθρωπος από Μάρμαρο» (1976) άνοιξε τον δρόμο για την δημιουργία του ανεξάρτητου συνδικάτου της «Αλληλεγγύης», την ιστορία της οποίας κατέγραψε στο «Ο Άνθρωπος από Σίδερο» (1981). Με άλλα λόγια υπήρξε εκείνος που μαζί με τον φίλο του Λεχ Βαλέσα οδήγησε στο γκρέμισμα του κομμουνισμού.

    Ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες της μεταπολεμικής περιόδου, ο Βάιντα είδε τέσσερις ταινίες του να προτείνονται για Όσκαρ: «Η Γη της Επαγγελίας» (1975), «Οι Δεσποινίδες του Βίλκο» (1979), «Ο Άνθρωπος από Μάρμαρο» (1981) και «Κατύν» (2007). Ας ρίξουμε μια ματιά σε εκείνες τις ταινίες του διασημότερου αντιφρονούντα του κινηματογράφου του πρώην Ανατολικού Μπλοκ, που μας αφορούν ως Παραδοσιοκράτες και οπαδούς της Εθνικής Ιδέας.

     

    Οι μνήμες του πολέμου και της Αντίστασης

    Ο Αντρέι Βάιντα γεννήθηκε στις 26 Μαρτίου 1926 στο Σουβάλκι της Πολωνίας. Η μητέρα του Ανέιλα ήταν δασκάλα και ο πατέρας του Γιακούμπ, ένας αξιωματικός του Πολωνικού στρατού, που εκτελέσθηκε από τους Σοβιετικούς στο δάσος του Κατύν. Μετά από αυτό, ο Βάιντα πήρε μέρος στην Αντίσταση, γενόμενος μέλος της «Άρμια Κραγιόβα» («Στρατός της Πατρίδας»), της δεξιάς-εθνικιστικής ομάδας, που σχετιζόταν με την εξόριστη κυβέρνηση του Λονδίνου. Αυτήν την αντίσταση εξύμνησε στις ταινίες «Κανάλ» (1957) και «Στάχτες και Διαμάντια» (1958), τις δύο ταινίες που τον έκαναν διάσημο στο εξωτερικό.

    Το «Κανάλ» είναι η πρώτη ταινία που γίνεται για την Εξέγερση της Βαρσοβίας, που άρχισε την 1η Αυγούστου 1944 και κράτησε 64 μέρες. Οι Ρώσοι έχουν φτάσει στην απέναντι όχθη του Βιστούλα. Τότε η «Άρμια Κραγιόβα» ξεκινάει μια εξέγερση στην Βαρσοβία, έτσι ώστε όταν ο Κόκκινος Στρατός μπει στην πόλη, να την βρει απελευθερωμένη από τους ίδιους τους Πολωνούς και με δική της διακυβέρνηση. Αυτό θα απέτρεπε τον Στάλιν να εγκαταστήσει «κόκκινη» κυβέρνηση. Η εξέγερση ξεκινά, αλλά ο Στάλιν φεύγει, αφήνοντας τους Γερμανούς να καταπνίξουν ανενόχλητοι την εθνική εξέγερση των Πολωνών.

    Στο «Κανάλ» (εναλλακτικός τίτλος: «Οι Ήρωες της Βαρσοβίας»), ο υπολοχαγός Ζάντρα οδηγεί μια μονάδα 43 γενναίων ανδρών και γυναικών στην συνοικία Μόντοκ της Βαρσοβίας. Όμως σύντομα καταλαβαίνουν ότι είναι περικυκλωμένοι από παντού από τους Γερμανούς. Τότε παίρνουν την διαταγή να καταφύγουν στους υπονόμους (αυτό σημαίνει και ο τίτλος). Αρχικά αρνιούνται γιατί θα σήμαινε ότι έχασαν την μάχη. Αλλά τελικά αποφασίζουν μία κάθοδο από την ηλιόλουστη Βαρσοβία στην συμβολική Κόλαση του Δάντη.

    Το «Στάχτες και Διαμάντια», που θεωρείται το αριστούργημα του εξελίσσεται την 8η Μαΐου 1945, την ημέρα της συνθηκολόγησης της Γερμανίας. Η εξόριστη κυβέρνηση του Λονδίνου διατάζει τον εθνικιστή Μάτσιεκ (ο Τζέημς Ντην της Πολωνίας, Ζμπίγνιεβ Σιμπούλσκι) να σκοτώσει ένα κομισάριο του κομμουνιστικού κόμματος. Και αυτό γιατί θέλουν να προλάβουν το πέρασμα από την μία δικτατορική κατοχική κυβέρνηση στην άλλη. Εν τω μεταξύ βλέπουμε τους αστούς να πανηγυρίζουν, πιστεύοντας ότι θα τους σώσουν οι Άγγλοι. Όμως οι Άγγλοι τους έχουν ήδη προδώσει και έχουν ήδη αποφασίσει το πέρασμα της Πολωνίας στην σοβιετική επιρροή. Ο αγώνας του Μάτσιεκ και των εθνικιστών είναι μάταιος εξ αρχής.

    Όμως ο Μάτσιεκ σκοτώνει κατά λάθος ένα εργάτη και ο κομισάριος την γλυτώνει. Αρχίζουν οι ενοχές, που όταν συναντήσει την όμορφη Κριστίνα μετατρέπονται σε αμφιβολίες και αντι-ηρωισμό. Κάποια μάλιστα στιγμή λέει ότι φορά γυαλιά γιατί έχει φωτοφοβία από τότε που ήταν στους υπόνομους της Βαρσοβίας, αναφορά στην εξέγερση της Βαρσοβίας. Ενώ εκφράζει το μίσος του για τους Σοβιετικούς, που ενώ ήταν στις όχθες του Βιστούλα άφησαν αβοήθητους τους κατοίκους. Τελικά, αυτή η δήλωση θα τον ξανασπρώξει στο καθήκον του.

    Το «Στάχτες και Διαμάντια» είναι ένα από τα αριστουργήματα του μεταπολεμικού ανατολικοευρωπαϊκού κινηματογράφου. Σκηνοθέτες όπως ο Μάρτιν Σκορτσέζε και ο Φράνσις Φόρντ Κόππολα την θεωρούν κύρια έμπνευση στο έργο τους. Όμως ήταν γυρισμένο πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί, του οποίου η μία του άκρη ήταν η αγάπη του Πολωνικού λαού για την «Άρμια Κραγιόβα» και η άλλη η λογοκρισία του κομμουνιστικού κόμματος. Βέβαια εκείνη την περίοδο υπήρχε η φιλελευθεροποίηση του «Πολωνικού Οκτώβρη» του 1956, αλλά και εκείνη είχε τα όρια της Έτσι ο Βάιντα, όπως δήλωσε μετά την πτώση του κομμουνισμού, έπαιξε με υπονοούμενα και με αμφιλεγόμενο συμβολισμό, για να προσπεράσει την λογοκρισία.

     

    Από τον «Άνθρωπο από Μάρμαρο» στην «Αλληλεγγύη»

    Εκείνη όμως η ταινία που τον έκανε είδωλο της Δυτικής Δεξιάς ήταν ο «Άνθρωπος από Μάρμαρο» του 1977. Σε αυτό, η Κριστίνα Γιάντα υποδυόταν την Αννιέσκα, μια φοιτήτρια κινηματογράφου που δυσκολεύεται από τον κρατικό μηχανισμό να τελειώσει την διδακτορική της ταινία πάνω στον Ματέους Μπιρκούτ (Τζέρζυ Ραντζιβίλοβιτς), ένα ηρωικό σταχανοβίτη κτίστη της δεκαετίας του ‘50. Και αυτό γιατί μαθαίνει ότι ο λόγος που η τύχη του αγνοείται είναι επειδή έπεσε στην δυσμένεια του κόμματος.

    Όμως θα καταφέρει να εντοπίσει τον γιο του Μπιρκούτ, Μαρσιέζ, στα ναυπηγεία του Γκντανσκ και να μάθει ότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε πριν από πολλά χρόνια από την πολωνική Αστυνομία, στην διάρκεια εργατικής διαδήλωσης. Οι σκηνές από τα ναυπηγεία του Γκντανσκ έφερναν μνήμες από τις εργατικές εξεγέρσεις του ‘70. Και φυσικά λίγα χρόνια μετά με την ίδρυση της «Αλληλεγγύης», της οποίας ο αρχηγός Λεχ Βαλέσα κάνει ένα πέρασμα ως κομπάρσος σε μια περίοδο, που είχε απολυθεί από το κόμμα.

    Με τον «Άνθρωπο από Μάρμαρο», ο Βάιντα έδειξε την αναγκαιότητα ύπαρξης ενός εργατικού κινήματος, ελεύθερου από τις αλυσίδες του κόμματος, ανοίγοντας τον δρόμο για το εργατικό συνδικάτο της «Αλληλεγγύης», που ιδρύθηκε μετά τις ταραχές του Γκντάνσκ στις 31 Αυγούστου 1980.

    Από τις πρώτες μέρες, ο Βάιντα ήταν ένθερμος υποστηριχτής του συνδικάτου και θα γύριζε τον «Άνθρωπο από Σίδερο», την ταινία που θα έκανε διεθνώς γνωστό τον αγώνα της «Αλληλεγγύης». Η ταινία είναι συνέχεια του «Ανθρώπου από Μάρμαρο» με τους ίδιους ηθοποιούς. Μάλιστα ο Βαλέσα εμφανιζόταν στην ταινία παίζοντας τον εαυτό του. Σε αυτό ο Μαρσιέζ και η Αννιέσκα έχουν παντρευτεί και ο πρώτος θεωρείται ο άνθρωπος που μόνος του ξεκίνησε την απεργία των ναυπηγείων του Γκντάνσκ (η αναφορά στον Βαλέσα είναι προφανής). Τα φλας μπακ του ζευγαριού για λογαριασμό ενός δημοσιογράφου, που είναι όμως ρουφιάνος της ασφάλειας, συνδυάζονται με επίκαιρα από την εποποιία του Γκντανσκ, αλλά και τις εργατικές ταραχές του 1968 και του 1970.

    Ο Βάιντα έδειχνε για πρώτη φορά στο διεθνές κοινό ότι οι άνθρωποι οι οποίοι υποτίθεται ότι κυβερνούσαν προς χάριν των συμφερόντων της εργατικής τάξης, στην πραγματικότητα την δολοφονούσαν εν ψυχρώ, αν τύχαινε και διαφωνούσε μαζί τους. Η ταινία θα κέρδιζε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες και το Οικουμενικό Βραβείο της Καθολικής Εκκλησίας.

    Λίγο πριν τον «Άνθρωπο από Σίδερο», ο Βάιντα θα γύριζε το «Χωρίς Αναισθητικό» για έναν γνωστό δημοσιογράφο της τηλεόρασης που στα 40 του κάνει το λάθος να πιστεύει ότι η φήμη του μπορεί να του επιτρέπει την κριτική στην κυβέρνηση. Θα χάσει την δουλειά του στην τηλεόραση και το πανεπιστήμιο. Μετά από αυτό, η γυναίκα του θα τον αφήσει για ένα νεαρό δημοσιογράφο και εκείνος θα αυτοκτονήσει.

     

    Από τον στρατιωτικό νόμο στο «Κατύν»

    Με την κήρυξη του στρατιωτικού νόμου του Γιαρουζέλσκι τον Δεκέμβριο του 1981, ο Βάιντα δραπετεύει στο Παρίσι. Εκεί θα γυρίσει τον «Δαντών» με τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ στον ρόλο του λαοπρόβλητου επαναστάτη, που η σύγκρουση του με τον αυστηρό ιδεολόγο Ροβεσπιέρο θα τον οδηγήσει στην γκιλοτίνα. Τα υπονοούμενα για την σύγκρουση Βαλέσα και Γιαρουζέλσκι ήταν προφανή.

    Το 2007 γυρίζει το «Κατύν» (2007) για την σφαγή 42.000 αξιωματικών του Πολωνικού στρατού από τους Σοβιετικούς, το καλοκαίρι του 1942. Ένα από τα θύματα του Κατύν ήταν ο ίδιος ο πατέρας του και αυτή ήταν η πιο προσωπική του ταινία. Η σφαγή για χρόνια αποδιδόταν στους Γερμανούς και άναψε φωτιά στις σχέσεις Πολωνίας και Ρωσίας του Πούτιν.

    Σε αυτό οι Γερμανοί και οι Σοβιετικοί καταλαμβάνουν σχεδόν ταυτόχρονα την Πολωνία. Ο Βάιντα δεν χαρίζεται σε κανένα από τους δύο και δείχνει την σύλληψη της Πανεπιστημιακής κοινότητας από τους ναζί και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Σοβιετικών. Είναι όμως οι ομαδικές δολοφονίες του τέλους στο Κατύν που δίνουν μια γροθιά στο στομάχι. Ενώ είναι μέσω ενός φιλμ αρχείου που ανακάλυψαν οι Γερμανοί που μία από τους συγγενείς των θυμάτων που μαθαίνει την αλήθεια. Είναι η μεταπολεμική αναζήτηση της επικίνδυνα ιστορικής αλήθειας ως ηθικό δίλημμα που έχει σημασία για τον Βάιντα.

    Τέλος η προτελευταία του ταινία «Βαλέσα: η Δύναμη της Ελπίδας» ήταν το τρίτο μέρος μιας τριλογίας που συμπεριελάμβανε τον «Άνθρωπο από Μάρμαρο» και τον «Άνθρωπο από Σίδερο» . Ή ταινία ξεκινά με μια συνέντευξη της Οριάνα Φαλάτσι με τον Βαλέσα λίγο πριν την βράβευση με Νόμπελ, όπου βλέπουμε τον Βαλέσα ως χαρισματική ηγέτη και άνθρωπο με πολιτική διαίσθηση. Και από την άλλη βλέπουμε την άνοδο του Βαλέσα από εργάτης των ναυπηγίων του Γκντάνσκ σε ηγέτη της «Αλληλεγγύης» μέσα από την ματιά της γυναίκας του Ντανούκα όπου τον βλέπουμε ως καθημερινό άνθρωπο και οικογενειάρχη. Όλα αυτά με χρήση υλικού αρχείου, τεχνική που θυμίζει τον «Άνθρωπο από Μάρμαρο».

    Παρόλη την σημασία του ως σκηνοθέτης για τον Πολωνικό και παγκόσμιο κινηματογράφο, ο Βάιντα ουδέποτε κέρδισε Όσκαρ. Όμως το 2000 η Αμερικανική Ακαδημία τον τίμησε με τιμητικό Όσκαρ. Λίγο πριν τον θάνατο του ολοκλήρωσε το «Είδωλο» για τον αβαντ γκάρντ ζωγράφο και θύμα του Σταλινισμού, Βλαμίντιρ Τζεμίνσκυ, το οποίο είναι η πολωνική υποψηφιότητα για τα Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας.

    Με τον θάνατο του από πνευμονικό οίδημα άφησε πίσω την τέταρτη γυναίκα του, την σχεδιάστρια κοστουμιών Κριστίνα Ζακβατόβιτς και την κόρη του Καρολίνα.


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην προσωπική ιστοσελίδα του Γιώργου Πισσαλίδη.