Κοινωνία χωρίς όραμα σβήνει, πεθαίνει

  • Δημοσιεύτηκε: 17 Σεπτέμβριος 2015

    Από τον εμφύλιο πόλεμο και μετά, η ελληνική κοινωνία χρόνο με το χρόνο, έβλεπε τα οικονομικά της μεγέθη να βελτιώνονται και τα νοικοκυριά αυτό το καταλάβαιναν καθώς η ζωή τους καλυτέρευε και η μικρή ή μεγάλη περιουσία τους αυξανόταν. Και μετά το 1981, όταν με τα κοινοτικά κονδύλια δημιουργήσαμε την οικονομία της κατανάλωσης, ο Έλληνας πολίτης δεν διερωτήθηκε για την ορθολογική διάθεση αυτών των πόρων, γιατί έβλεπε την καθημερινότητά του να αλλάζει θεαματικά. Και γι’ αυτό, επιβράβευε τα δύο μεγάλα κόμματα, αφήνοντας τις ακραίες φωνές στο περιθώριο.

    Η κρίση του 2009-2010, κατέστρεψε και αντέστρεψε αυτήν την συνεχή ανοδική πορεία, έχοντας ως συνέπεια η ευδαιμονούσα ελληνική κοινωνία να υποστεί ένα σοκ, που μεταφράστηκε άμεσα σε μία κρίση του ορθολογισμού. Σε μία άναρχη αμφισβήτηση των συλλογικών υποκειμένων που θεώρησε υπεύθυνα για αυτήν την κατάληξη. Έτσι, αντί να εγκύψει στην λύση του προβλήματος, η ελληνική κοινωνία αναλώθηκε αδιέξοδα στην αναζήτηση υπευθύνων που τους δαιμονοποίησε. Αντί να επεξεργαστεί τις πολιτικές που θα οδηγήσουν την χώρα στην ανάπτυξη, όπως έκαναν η Κύπρος, η Πορτογαλία και η Ισπανία, προτίμησε να ενδώσει στις φωνές που επαγγέλονταν την επιστροφή στον απωλεσθέντα παράδεισο.

    Έτσι, αναδείχθηκαν σε πρωταγωνιστές των εξελίξεων περιθωριακά κόμματα, ανυπόληπτα στους καιρούς της ευμάρειας και του πλούτου, που κύριο γνώρισμά τους ήταν ο αντισυστημικός-αντικαπιταλιστικός τους χαρακτήρας με αριστερό ή ακραίο εθνικιστικό πρόσημο. Όλα αυτά είναι γνωστά, θα πει ο αναγνώστης και αφορούν το παρελθόν. Τώρα τι γίνεται;

    Είναι σαφές νομίζω, πως η πορεία που διέτρεξε η κοινωνία μας από το 2010 ως τις μέρες μας, υποδεικνύει και την λύση του προβλήματος. Όπως η κρίση ανέδειξε, μέσω της ανορθολογικής της αντιμετώπισης, τις πιο ακραίες και αντιμεταρρυθμιστικές δυνάμεις, έτσι και η σταδιακή της υπέρβαση θα οδηγήσει στην συρρίκνωση τους, όπως έγινε στην Πορτογαλία και κυρίως στην Ισπανία.

    Αυτό ακριβώς φοβόταν ο ΣΥΡΙΖΑ πως θα συμβεί και επέσπευσε τις εκλογές τον Δεκέμβριο του 2014. Φοβόταν δηλαδή, πως αν οι εκλογές μετατίθεντο για τον Οκτώβριο του 2015, πιθανόν με την δυναμική που φαινόταν πως αποκτά η ελληνική οικονομία, τα διχαστικά του κηρύγματα θα χάνονταν μέσα στους ρυθμούς ανάπτυξης και στην σταδιακή αλλά σταθερή μείωση της ανεργίας. Εκεί στο ΣΥΡΙΖΑ γνώριζαν πολύ καλά πως ήταν πρόσκαιρο κατασκεύασμα της κρίσης και έπρεπε να εκμεταλλευθούν την ευνοϊκή γι’ αυτούς συγκυρία. Η πατρίδα, η οικονομία, τα νέα παιδιά, σε δεύτερη μοίρα.

    Γύρω του συσπειρώθηκαν όλοι οι «εκδιωχθέντες» από την προμνημονιακή Εδέμ. Και η επιστροφή σε αυτήν δεν αφορούσε μόνον τον τρόπο και το επίπεδο ζωής αλλά κυρίως το μοντέλο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας με τα προνόμια και τα κεκτημένα. Έτσι, αντί η κρίση του ελλείμματος και του χρέους να αποτελέσει την αφετηρία για την επανεξέταση των μεταπολιτευτικών θεμελίων της κοινωνίας μας, έγινε η αιτία να αναδυθούν από τα βάθη της οι δυνάμεις του ανορθολογισμού και του λαϊκισμού, που συγκρότησαν το μεγάλο ρεύμα της αντιμεταρρύθμισης που την έχει καθηλώσει στην ακινησία και την έχει βυθίσει στο τέλμα.

    Η κοινωνία μας επιμένει πεισματικά να δει την φωτογραφία της παγωμένη στην εικόνα του 2008. Αρνήθηκε και αρνείται να δει την προβολή της στο μέλλον. Και φυσικά, οι ευθύνες γι’ αυτό βαρύνουν τις πολιτικές, πνευματικές και επιχειρηματικές ελίτ της χώρας που στάθηκαν ανίκανες να εκπονήσουν ένα αξιόπιστο σχέδιο με το οποίο θα εμπνεύσουν την κοινωνία. Και κοινωνία χωρίς όραμα, σβήνει, πεθαίνει.


    * Ο Σάκης Μουμτζής είναι συγγραφέας του βιβλίου «Η κόκκινη βία 1943-46» από τις εκδόσεις Επίκεντρο.