Η διπλή δολοφονία των αθώων

  • Δημοσιεύτηκε: 23 Ιούλιος 2020

    «Αυτός που ελέγχει το παρελθόν ελέγχει το μέλλον. Όποιος ελέγχει το παρόν ελέγχει το παρελθόν». Τζορτζ Όργουελ, «1984»

    Ο Όργουελ είναι ένας από τους διορατικότερους ή επιδραστικότερους συγγραφείς των καιρών μας. Μπορεί να προέβλεψε όσα ζούμε ή να έγινε και το αντίστροφο, όσα έγραψε να έπεισαν ορισμένες ελίτ να πράξουν κατά τις περιγραφές του. Όποιο σενάριο κι αν ισχύει από τα δύο, πρέπει να σημειωθεί ότι το οργουελιανό καθεστώς έχει εδραιωθεί για τα καλά στην Ελλάδα. Αυτοί που ελέγχουν το παρόν όρισαν το παρελθόν και δημιουργούν το μέλλον κατά τα πρότυπα και τις ιδέες τους.

    Στην πατρίδα μας έχει εδραιωθεί για τα καλά ο φοβερός μηχανισμός του ελέγχου του παρελθόντος. Την ιστορία την γράφουν οι νικητές των ιδεολογικών, κοινωνικών και οικονομικών μαχών της ειρήνης, σε βάρος των νικητών του πολέμου. Οι ηττηθέντες στον Γράμμο και στο Βίτσι, οι επίδοξοι τεμαχιστές της πατρίδας έχουν «αγιοποιήσει» στην βιβλιογραφία, αλλά και στην δημόσια σφαίρα τα εγκλήματά τους και αντιστοίχως έχουν δαιμονοποιήσει την αντίσταση στα σχέδιά τους. Οι μνήμες ηρώων και θυμάτων έχουν ριχθεί στον Καιάδα της λήθης ή στα δυσώδη βαλτοτόπια της συκοφαντίας και της παραχάραξης της Ιστορίας.

    Ο Κώστας Καπέλλος είναι ένα από τα ορφανά που άφησαν στο πέρασμά τους οι μητραλοίες κομμουνιστές δολοφόνοι, οι οποίοι στις 13 Ιουλίου 1944 πήραν τον πατέρα του για μια «μικρή ανακρισούλα», η οποία κατέληξε στον αποκεφαλισμό του. Ο κ. Καπέλλος κάθε Ιούλιο συμμετέχει στο μνημόσυνο που γίνεται στην μονή Αγίου Γεωργίου στον Φενεό Κορινθίας, για τα περίπου 500 θύματα που κατέσφαξαν οι κομμουνιστές και στην συνέχεια έριξαν σε πολυεπίπεδο βάραθρο ώστε να μην είναι εύκολη η ανάσυρση των πτωμάτων. Ακολουθεί ένα κομμάτι από την εξιστόρηση όσων θυμάται. Η συνέντευξη με τον κ. Καπέλλο έγινε την Κυριακή 19 Ιουλίου στην μονή Αγίου Γεωργίου του Φενεού Κορινθίας.

    «Την εποχή εκείνη που έσφαξαν τον πατέρα μου και τους θείους μου ήμουν επτά ετών περίπου. Ήταν Πέμπτη μεσημέρι προς απόγευμα. Στα αλώνια του χωριού αλωνίζαμε και λιχνίζαμε. Ήρθε ένας της ΟΠΛΑ (σ.σ. Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών, οργάνωση του ΕΑΜ-ΚΚΕ που εκτελούσε τις δολοφονίες και τις σφαγές που αποφάσιζε το ΚΚΕ την περίοδο 1943-1947) και είπε του πατέρα μου να ετοιμαστεί να έρθει στο μοναστήρι για μια «μικρή ανάκριση». Εμείς τα παιδιά παίζαμε, δεν ξέραμε τίποτα και όταν γυρίσαμε σπίτι μας, είπε η μητέρα μου: «Πήραν τον πατέρα σου και τους δύο θείους σου και τους πήγανε στο μοναστήρι». Ο πατέρας μου πριν φύγει πέρασε από το σπίτι. Η μάνα μου ρώτησε τον οπλατζή «πού τον πάτε;». Εκείνος είπε: «Στο μοναστήρι για μια μικρή ανάκριση. Θα έρθει. Σε μια δυο ημέρες θα έρθει πίσω». Φεύγοντας ο πατέρας μου είπε στην μάνα μου: «Αγγελική, μάζεψε τα παιδιά και το σπίτι». Αυτές ήταν οι τελευταίες κουβέντες του. Αυτό συνέβη 13 Ιουλίου 1944, ημέρα Πέμπτη. Δευτέρα το βράδυ ήταν της Αγίας Μαρίνας, 17 του μηνός, γεννήθηκε ο μικρός μου αδερφός και το πρωί ξημερώνοντας 18 σφάξανε τον πατέρα μου και τους θείους μου.

    Το κεφάλι του πατέρα μου το είδα το 1945. Ήρθε ιατροδικαστική υπηρεσία αρχές Ιουνίου και έβγαλε 259 σφαγμένους από την τρύπα. Από αυτούς αναγνωρίστηκαν μόνο οι 58 που βρίσκονταν πάνω πάνω έπειτα από περίπου 11 μήνες. Μεταξύ αυτών ήταν και ο πατέρας μου με τα ρούχα. Τον γνώρισε η μητέρα μου. Και τους θείους μου. Όλους τους αναγνωρίσαμε εγώ τον είδα τον πατέρα μου σφαγμένο, κάτω, με το κεφάλι κομμένο. Η κάτω σιαγόνα πιθανώς να μην ήταν του πατέρα μου. Μόλις έβγαιναν τα πτώματα είχαν στην αρχή χρώμα κανονικό. Σε μια ώρα περίπου γινόταν όπως είναι η στάχτη. Αλλάζει τελείως η μορφή τους. Είχαν βάλει τους νεκρούς στην αράδα. Από αυτούς αναγνωρίστηκαν οι 58 και τους θάψανε στο χωριό. Οι υπόλοιποι ενταφιάστηκαν δίπλα στο μοναστήρι σε ένα ξέφωτο, το οποίο είναι σήμερα νεκροταφείο. Περίπου είναι 201 ή 202».