Η «Έξοδος 1826» είναι μία ταινία για την Οικογένεια, την Ελευθερία και το ύστατο χρέος στην Πατρίδα - Συνέντευξη του Βασίλη Τσικάρα

    Δημοσιεύτηκε: 25 Ιανουάριος 2017

    Βγαίνει σήμερα 25 Ιανουαρίου 2017 η ταινία «Έξοδος 1826» του Βασίλη Τσικάρα, για ένα άγνωστο σχετικά γεγονός της Επαναστάσεως του 1821, όταν 120 Βλάχοι ξεκίνησαν να πάνε από τα βλαχοχώρια της Ηπείρου για να βοηθήσουν στην Έξοδο του Μεσολογγίου. Η ταινία βασίσθηκε στην ιδιωτική πρωτοβουλία (επιχειρηματίες και σύλλογοι των Γιαννιτσών), μιας και το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου αρνήθηκε να το χρηματοδοτήσει παρόλο που έλειπαν μόνο λίγα λεφτά για να ολοκληρωθεί. Οι δε ηθοποιοί προερχόταν κυρίως από την Θεσσαλονίκη και την Βόρεια Ελλάδα. Είδαμε την ταινία σε δημοσιογραφική προβολή μια εβδομάδα πριν την έξοδο στις αθηναϊκές αίθουσες (Αλκυονίς) και την επομένη πήραμε μέσω skype συνέντευξη με τον σκηνοθέτη της Βασίλη Τσικάρα.

    κ. Τσικάρα πείτε μας πως ξεκίνησε η ιδέα να φτιάξετε μια ιστορική ταινία, εν έτει 2017;

    Από μικρό παιδί που παρακολουθούσα κινηματογράφο, έβλεπα πολλές ιστορικές ταινίες και όσο μεγάλωνα, με ενδιέφερε να δω μέσα από την μεγάλη οθόνη να ξεπηδούν κομμάτια της Ελληνικής ιστορίας. Έτσι λοιπόν περνώντας τα χρόνια και ασκώντας την δημοσιογραφία και την έρευνα σε μία περίοδο, όπου έκανα ιστορικές έρευνες, θέλοντας να παρουσιάσω στον κόσμο κάποιες ιστορικές εκπομπές.

    Οι οποίες που προβαλλόταν;

    Η εκπομπή λεγόταν «Ιστορικές στιγμές» και προβαλλόταν στο εκκλησιαστικό κανάλι 4Ε στην Βόρεια Ελλάδα. Και κάποια στιγμή έπεσα πάνω στο θέμα των «Παιδιών της Σαμαρίνας» μέσα από το δημοτικό μας τραγούδι και συνειδητοποίησα ότι ελάχιστοι γνώριζαν ότι αυτό το δημοτικό τραγούδι βασιζόταν σε μια αληθινή ιστορία του 1826. Ξεκίνησα να αναζητώ ιστορικά στοιχεία, μίλησα με άτομα της πανεπιστημιακής κοινότητας, με εκπαιδευτικούς. Άρχισα να μιλάω με οικογένειες που είχαν την προφορική παράδοση, όπως είχε περάσει από τους παππούδες στα παιδιά όπως το είχαν ακούσει από τους δικούς τους παππούδες.

    Έτσι παρόλο που τα στοιχεία δεν ήταν πάρα πολλά, άρχισε η συγγραφή του σεναρίου. Το οποίο σενάριο μπορούμε να πούμε ότι είχε πολλές περικοπές στην διάρκεια αυτής εδώ της περιπέτειας γιατί είχα ξεκινήσει να κάνω τα «Παιδιά της Σαμαρίνας» αλλά με έντονες σκηνές μέσα από το Μεσολόγγι. Δηλαδή πραγματικά ήθελα να γίνει μια αληθινά επική ταινία , να υπάρχει αναπαράσταση μέσα από το Μεσολόγγι και την Έξοδο.

    Όταν δηλαδή πρωτοέγραψες το σενάριο ήταν πιο επικό;

    Ναι ήταν πιο επικό. Και αυτό έγινε λόγω χρηματοδότησης. Χωρίς να υπάρχει χρηματοδότηση, δεν μπορείς να κάνεις τέτοια ταινία. Όμως εγώ είχα πείσμα ότι αν όχι τίποτα άλλο, ο κόσμος έπρεπε να μάθει την ιστορία για αυτό το τραγούδι, άρχισα σιγά–σιγά να κάνω περικοπές στα σενάρια. Δηλαδή έλεγα «ΟΚ, δεν μπορούν να γίνουν μάχες μεγάλης κλίμακος, έξω από μια πόλη». Και έπρεπε να υπογραμμίσω την πορεία αυτών των παιδιών, την ψυχολογία τους και να μπορέσουμε να περάσουμε μέσα αυτής της ιστορίας, πληροφορία στο κοινό που έχει να κάνει με το δημοτικό μας τραγούδι και φυσικά να συνδυάσουμε την ιστορία με την Έξοδο του Μεσολογγίου. Γιατί η ιστορία των παιδιών της Σαμαρίνας δεν είναι μόνο για τα παιδιά της Σαμαρίνας. Από δεκάδες χωριά σε όλη την χώρα, έφυγαν άνδρες για να βοηθήσουν στην Έξοδο του Μεσολογγίου.

    Να ξεκινήσουμε τις ερωτήσεις για την ταινία μιας και χθες την είδα σε δημοσιογραφική προβολή. Πως αποφάσισες να το κάνεις τρίγλωσσο και γιατί;

    Κατ’ αρχάς τα ελληνικά είναι η μητρική μας γλώσσα. Με τα τούρκικα ήθελα να δώσω μια πιστότητα της εποχής. Και η βλάχικη διάλεκτος ήθελα να την περάσω μέσα στην ταινία, γιατί στο μέλλον μπορεί να κινδυνεύσει και με αφανισμό. Διότι τα νέα τα παιδιά δεν μιλούν πλέον την γλώσσα των προγόνων τους. Ήθελα λοιπόν να την τιμήσω και νομίζω ότι για πρώτη φορά γίνεται σε ελληνική ταινία.

    Ναι και δίνεις την άποψη ότι αυτοί ήταν βλαχόφωνοι, αλλά στην σκέψη ήταν Έλληνες. Ήταν Έλληνες στην σκέψη και Έλληνες στο DNA. Εγώ το μόνο που έχω να πω είναι να δούμε τα ονόματα τους. Είναι Φλώρος, είναι Τσάρας. Είναι δισύλλαβα Βλάχικα ονόματα που τα συναντάς σε όλη την χώρα. Είναι επίσης ονόματα που εκείνη την περίοδο λειτουργούσαν σαν παρατσούκλια: Καλογιάννης, Ζιώγας και Ζώγας. Δηλαδή αυτά ήταν επίθετα ελληνικά. Έχουμε τον Μίχο Φλώρο, δηλαδή Μιχάλης Φλώρος. Έτσι που το συζητάμε αυτό είναι κάτι που δεν το διαπραγματεύομαι γιατί κάποιοι μπορούν να λένε τα διάφορα τα δικά τους. Οι Βλάχοι είναι Έλληνες.

    Ήθελα να σε ρωτήσω για τις μάχες μέσα στην ταινία. Στην πρώτη μάχη είναι όταν αυτοί βρίσκονται απέναντι στον γιό του Σουλτάνου και τον φίλο του στρατιωτικό ακόλουθο της Αυστρίας, παρόλο που σηκώνουν τα όπλα για να δείξουν ότι θα γίνει η μάχη, η μάχη υπαινίσσεται. Δεν την δείχνεις. Υπήρχε συγκεκριμένος λόγος για αυτό η δεν μπόρεσες να το κάνεις λόγω χρηματοδότησης;

    Καμία σχέση. Μπορούσαμε να κάνουμε τα πάντα. Απλά θέλαμε κινηματογραφικά να αφήσουμε να το καταλάβει ο κόσμος. Εγώ δεν ήθελα να κάνω μια ταινία να είναι φουλ στο αίμα και να δείξουμε ότι γίνεται μάχη.

    Οπότε καταλαβαίνω ότι δεν θέλεις να κάνεις ταινίες σαν τον «Παπαφλέσσα» και τους «Σουλιώτες». Θέλεις να κάνεις άλλου είδους ιστορικές ταινίες.

    Να πω κάτι και να το υπογραμμίσω. Ότι εμείς είμαστε και επηρεασμένοι από τον σύγχρονο κινηματογράφο. Εγώ προσωπικά είμαι επηρεασμένος από τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο

    Για πες μου για αυτές τις επιρροές και πως φαίνονται μέσα στην ταινία.

    Πολύ απλά πράγματα. Αν παρακολουθείς κάποιες ταινίες του βορειοευρωπαϊκού κινηματογράφου, σκανδιναβικές ταινίες να σου πω, που τα τελευταία δύο χρόνια παρακολουθώ πολύ και αρχίζω να επηρεάζομαι προσπαθούν οι σκηνοθέτες να φέρουν μια ισορροπία ανάμεσα στον άνθρωπο και την Φύση. Έτσι λοιπόν τα πρόσωπα και η Φύση κατέχουν μια εξέχουσα δυναμική με τους σκηνοθέτες να ρίχνουν το βάρος τους εκεί. Δηλαδή η ιστορία περνά μέσα από τα ίδια τα πρόσωπα των ανθρώπων, οι οποίοι άνθρωποι έρχονται κόντρα στον εαυτό τους και κόντρα με την Φύση.

    Πως καταλήγει η ταινία;

    Η ταινία καταλήγει εντελώς ειρηνικά, εντελώς ποιητικά με μία ποιητική μάχη, αφαιρετική και νομίζω ότι στο τέλος βγαίνει το συναίσθημα στον θεατή. Και παίρνει τα συναισθήματα ο θεατής.

    Νομίζω ότι όλη η ταινία δεν είναι η ιδέα της μάχης η των μαχών, αλλά μια αγωνία για την μάχη. Αυτό ήταν κάτι που είχες στο μυαλό σου η σου βγήκε πάνω στα γυρίσματα;

    Υπάρχει μια αγωνία και μια προσμονή. Ναι το είχα στο μυαλό μου. Το ήθελα όμως σταδιακά, γιατί ξεκινάει με την προετοιμασία των ανδρών που φεύγουν. Έχει ένα πιο αργό ρυθμό. Μπαίνει η πρώτη περιπέτεια, η δεύτερη περιπέτεια το οποίο σταδιακά σε βάζει να περιμένεις το τέλος της ταινίας. Να δεις τι θα γίνει. Και βλέπεις την μάχη όπως την έχουμε στήσει αφαιρετικά Και δεν ξέρω πόσο πειστική είναι. Εσείς θα το κρίνετε αυτό. Και αν ξέρεις τις ιστορικές πηγές, τότε ξέρεις ότι ο Μίχος Φλώρος που πεθαίνει, κάνει κάποια κίνηση και λέει κάτι στο αυτί του μελλοντικού γαμπρού του.

    Τι είναι αυτό που λέει;

    Είναι τα λόγια του δημοτικού μας τραγουδιού. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση το δημοτικό μας τραγούδι βασίζεται στην αναφώνηση μιας μαυροφόρας που έβλεπε τους άνδρες να έρχονται λερωμένοι από τα αίματα. Γιώργο αυτό πρέπει να το υπογραμμίσουμε γιατί κάνεις μια προσπάθεια και ο κόσμος, επειδή είναι ημιμαθής, λένε διάφορα που είναι στα όρια του αστείου. Η προφορική παράδοση λέει ότι αυτοί οι άνθρωποι έφυγαν σαν γαμπροί μέσα στα κατάλευκα. Οι Βλάχοι έτσι ήταν. Φορούσαν τις καθαρές τους φουστανέλες όταν πήγαιναν στην μάχη μιας και δεν ήξεραν αν θα γυρίσουν ζωντανοί. Και αν έχεις παρατηρήσει στην ταινία, μετά την μάχη γυρίζουν λερωμένοι. Έτσι λοιπόν η μαυροφορεμένη λέει «Ωχ ρε παιδιά της Σαμαρίνας, γιατί είστε λερωμένα». Για αυτό και η μαυροφόρα και οι στίχοι του τραγουδιού είναι τα τελευταία λόγια του Μιχάλη Φλώρου στους άνδρες του όταν γυρίσουν στο χωριό όπου τους προτρέπουν να μην πουν ορισμένα πράγματα στην μητέρα η την αδελφή του.

    Πολλούς θα τους εκπλήξει ότι ο απεσταλμένος που περιμένουν είναι γυναίκα και είναι η Ελευθερία. Ήταν κάτι που επέλεξες εσύ. Ήθελες να δηλώσεις κάτι με αυτήν την λεπτομέρεια;

    Και τα δύο. Όσο αφορά τις γυναίκες του Μεσολογγίου γράφεται ξεκάθαρα ότι πολεμούσαν και οι γυναίκες. Και ήθελα να δείξω ότι μια γυναίκα θα μπορούσε να μεταφέρει ένα μήνυμα. Και είναι ντυμένη περίεργα σαν Τουρκαλβανός ή σαν Αιγύπτιος. Και αυτό γίνεται για να ξεγελάσει. Δηλαδή αν κάποιος μπορεί να την δει με άλογο να μην καταλάβει ότι είναι γυναίκα. Μπορεί να είναι κάποιος άνδρας που κάπου κατευθύνεται. Όλο αυτό είναι ένα καμουφλάζ αγγελιοφόρου.

    Για την τελική μάχη θα ήθελα να μιλήσουμε. Είπες προηγουμένως πως ήθελες να την κάνεις αφαιρετική.

    Από την αρχή ήθελα να την κάνω αφαιρετική. Και το σενάριο έτσι είναι, αφαιρετικό. Είχα την δυνατότητα να περιμένω ένα μεγαλύτερο διάστημα και να κάνω την σκηνή ξεχωριστά χρησιμοποιώντας πολύ περισσότερους κομπάρσους και χρησιμοποιώντας την τεχνολογία. Δεν ήθελα. Δεν ήταν αυτός ο σκοπός μου. Ο σκοπός μου ήταν να βγει ο πόνος, να βγει η θυσία, η προσφορά για την πατρίδα, η αγάπη για τα παιδιά και την οικογένεια, η αγάπη για την ελευθερία. Και αυτό δεν χρειάζεται να βγει μετά από μια μεγαλοπρεπή μάχη. Μπορεί να βγει και μετά από μια αφαιρετική μάχη. Βγήκε έτσι όπως βγήκε. Δίνει μια ωραία αίσθηση.

    Νομίζεις πως η αγάπη για την πατρίδα φαίνεται στον σημερινό κινηματογράφο; Εννοώ ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των Ελλήνων διέπονται από ένα υγιή πατριωτισμό, αλλά αυτό δεν περνάει στο έργο των Ελλήνων σκηνοθετών.

    Δεν είναι αυτοσκοπός του κινηματογράφου να περάσει τον πατριωτισμό, αλλά μιας και μιλάμε για σύγχρονο κινηματογράφο στο «Ο Θεός αγαπούσε το χαβιάρι» του Σμαραγδή, ο Βαρβάκης έδειχνε μια αγάπη για την πατρίδα. Οι ιστορικές ταινίες συνήθως το βγάζουν αυτό, νομίζω, θέλοντας και μη, δεν υπάρχει άλλη λύση. Μιλώντας πάντα για ιστορικές ταινίες έχει να κάνει και με το θέμα το οποίο αναπτύσσεις. Τώρα εδώ στην προκειμένη περίπτωση δεν γίνεται να μην βγάλεις ένα πατριωτισμό, το οποίο γίνεται και πολύ κινηματογραφικά, έτσι έχει μία γλύκα η όλη διαδικασία και ένα πολύ έντονο συναίσθημα.

    Εγώ ήθελα να θίξω πάρα πολύ το κομμάτι της οικογένειας, το κομμάτι της ελευθερίας και το κομμάτι του ύψιστου χρέους, που έχει ο καθένας από εμάς.

    Για πες μας για το καθήκον στο χρέος και αυτήν την αίσθηση του χρέους.

    Χρέος είναι να συνειδητοποιείς ποιος είναι ο ρόλος σου στην κοινωνία και να πράττεις όχι μόνο για τον εαυτό σου, να πράττεις για όσους μπορεί να σε έχουν ανάγκη. Και σε αυτήν τη περίπτωση ο άλλοι σε είχαν ανάγκη την βοήθεια. Και τι έγινε; Όταν υπήρξε για κάποια στιγμή μια σκοτεινή σκέψη «Τι πάμε να κάνουμε;» έρχεται μια κουβέντα από δύο διαφορετικούς ηθοποιούς που λένε: «Πάμε να βοηθήσουμε τα παιδιά που είναι κλεισμένα μέσα. Αυτό είναι το χρέος μας». Κοίτα γύρω σου, τόσο πόνος, τόσο φρίκη. Που κάθεσαι και μπορείς να δακρύσεις; Όταν τυραννιούνται τα ίδια τα παιδιά. Για μένα, η οικογένεια, τα παιδιά είναι το μέλλον ενός τόπου και όταν προσέχεις τα παιδιά, θα έχεις και πατρίδα, θα είσαι και λεύτερος, θα είσαι και πνευματικός ανεξάρτητος.

    Ας κρατήσουμε αυτό για φινάλε. Σας ευχαριστώ για την συνέντευξη.

    Και εγώ Γιώργο.