Ελλάς και Ντόναλντ Τραμπ

  • Δημοσιεύτηκε: 22 Μάρτιος 2017

    Ο αντιαμερικανισμός

    Κάποιοι μιλούν για έναν έμφυτο αντιαμερικανισμό που υπάρχει στον ελληνικό λαό. Στην Ελλάδα η άποψη αυτή έθρεψε το επαναστατικό άλλοθι της Αριστεράς του Κολωνακίου, ενώ στο εξωτερικό και δη στις ΗΠΑ συντηρούσε την επιφύλαξη απέναντι σε έναν φαινομενικά αναξιόπιστο σύμμαχο και εταίρο. Μία επιφύλαξη, που σε συνδυασμό με την σταδιακή αποδυνάμωση της χώρας μας, οδήγησε στην απόλυτη γεωπολιτική απαξίωσή της. Ο ελληνικός αντιαμερικανισμός επισφραγίστηκε από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 17Ν και των απογόνων της, από τις «παραδοσιακές» διαδηλώσεις στην πρεσβεία των ΗΠΑ, από την ταύτισή του με τον αντισιωνισμό σε όλο το πολιτικό φάσμα, αλλά και τα τελευταία χρόνια από την συμπάθεια για την ομόδοξη Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν.

    Στην πραγματικότητα όμως, ο ελληνικός αντιαμερικανισμός είναι ουσιαστικός όσο και η εικόνα των ΗΠΑ που πλασάρεται από το Χόλυγουντ, το CNN και τις συνωμοσιολογικές φυλλάδες και ιστολόγια. Αντίστοιχα, ο φιλορωσισμός και η εκτίμηση στο πρόσωπο του Βλαντιμίρ Πούτιν, κάθε άλλο παρά προϊόντα γεωπολιτικού προβληματισμού και ορθολογισμού είναι. Ουσιαστικά, στην Ελλάδα η άποψη του λαού ως προς το πού γέρνει ή πού θα πρέπει να γέρνει η χώρα δεν διαμορφώνεται από κανέναν και περιορίζεται στις επιλεκτικές αναπαραγωγές προκατασκευασμένων πληροφοριών του CNN και του BBC από τα εγχώρια ΜΜΕ. Μοιραία, η άποψη των Ελλήνων βασίζεται στο θυμικό και σε υπεραπλουστευμένες αναλύσεις, όπως σε πολλά άλλα πράγματα, και γι’ αυτό – μεταπολιτευτικά τουλάχιστον – χειραγωγήθηκαν επανειλημμένως με μεγάλη ευκολία.

    Η στάση αυτή χαρακτηρίζει και τους υποστηρικτές του σημερινού Προέδρου των ΗΠΑ και τους πολεμίους. Ξεκινώντας από τους πολεμίους, η όποια κριτική απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ, πέραν του ετοίμου, καταλασπωμένου οπλοστασίου που προσεφέρθη αφειδώς από τα ΜΜΕ, αφορά στα μαλλιά του, στο μαύρισμά του, στις lifestyle επιλογές του, στην γυναίκα του, στην κόρη του και στις ατάκες του. Αντίστοιχα, η άλλη πλευρά γοητεύεται από τα ηγετικά του χαρίσματα, από τον απλό και «μαγκίτικο» λόγο του, από το «ματσό» προφίλ που λανσάρει, από την άποψή του για τις γυναίκες - έτσι όπως αυτή εμφανίζεται από τα συστημικά ΜΜΕ - από την συμπάθεια που τρέφει για τον Πούτιν και φυσικά από το γεγονός ότι περιστοιχίζεται από αρκετούς Έλληνες.

    Η κυριαρχία του συναισθήματος

    Το συναίσθημα και το θυμικό κυριαρχούν. Είναι όμως το θυμικό ένας κακός σύμβουλος; Η αναζήτηση διεθνών προτύπων με ιδιαίτερο ειδικό βάρος, πραγματικών ηγετών δηλαδή, όπως ο Τραμπ και ο Πούτιν, ως αντιστάθμισμα στην καταπίεση και τους παραλογισμούς που γεννούν οι σύγχρονες άχρωμες και άοσμες γραφειοκρατικές ελίτ, είναι κάτι αρνητικό; Σίγουρα, δεν μπορεί να εξεταστεί από ένα ορθολογικό πρίσμα. Όμως στις μέρες μας, όπου ο ορθολογισμός ή τουλάχιστον η επίκλησή του, αποτελούν μονόδρομο και το συναίσθημα περιθωριοποιείται ως πρωτόγονο «κουσούρι» του μέσου ανθρώπου, μία ειλικρινώς ανθρώπινη και ρεαλιστική προσέγγιση, θα έπρεπε να το λαμβάνει υπ’ όψιν της.

    Ακόμη περισσότερο στον Έλληνα, έναν αιώνια συναισθηματικό τύπο, πρέπει το συναίσθημα να καταλογισθεί απαραιτήτως ως μειονέκτημα ή μήπως να αναγνωριστεί ως ένστικτο επιβίωσης και αλάνθαστος σύμβουλος στην ιστορία του; Είναι μήπως καλύτεροι οι συναισθηματικά ανάπηροι χαρτογιακάδες, που αναρριχώνται τα τελευταία χρόνια στα δυτικά σαλόνια της εξουσίας, αντικαθιστώντας μπαρουτοκαπνισμένες προσωπικότητες από την ζωή στην ειρήνη και στον πόλεμο;

    Όχι, φυσικά. Όμως το πρόβλημα επισημαίνεται στο γεγονός, ότι όπου δεν υπάρχει σοβαρή ανάλυση και προσέγγιση των συγκυριών, όλοι οι άνθρωποι είναι ευκόλως χειραγωγήσιμοι και άγονται και φέρονται ανάλογα με τις ορέξεις των εχόντων την εξουσία. Ειδικά όταν είναι συναισθηματικοί. Και σίγουρα, όποιος κινείται από το συναίσθημα, όπως ο μέσος Έλληνας, δεν πρέπει να χάνει και τον δρόμο που ορίζει η λογική και η ιστορία. Διαφορετικά γελοιοποιείται και γίνεται αναξιόπιστος και γραφικός.

    Γιατί πριν κατηγορήσουμε, όσους με ευκολία μετέτρεψαν το «φονιάδες των λαών Αμερικάνοι» σε «Ευχαριστώ τον Πρόεδρο των ΗΠΑ», πρέπει να θυμόμαστε ότι αυτοί εξελέγοντο πάντοτε από τους ίδιους ανθρώπους. Οι μαλλιάδες και οι μουστακαλήδες της γενιάς του Πολυτεχνείου που το ‘81 ψήφισαν τον Ανδρέα για να μας βγάλει από την ΕΟΚ και από το ΝΑΤΟ, είναι οι ίδιοι που με την πλούσια και περιποιημένη λευκή κόμη τους σήμερα, κουνούν το δάκτυλο σε όποιον λοξοκοιτά προς την Μόσχα ή επιχαίρει για το Brexit και για τον ραγδαία αναπτυσσόμενο ευρωσκεπτικισμό.

    Αντίστοιχα, πρέπει να καταλάβουμε, ότι το «Ανήκομεν εις την Δύσιν» δεν είναι μία εντολή τυφλής υποταγής σε μία γεωγραφικά προσδιοριζόμενη παγκόσμια τάση, αλλά ένα πλαίσιο που ορίζεται από τα ορόσημα του μέχρι σήμερα παγκοσμίως δεσπόζοντος πολιτισμού, που πολύ εύστοχα προσφάτως ο Βίκτωρ Όρμπαν είχε κατονομάσει ως «Ελλάδα, Ρώμη, Χριστιανισμός».

    Άλλαξαν γνώμη οι Έλληνες Αριστεροί και Προοδευτικοί; Ευεργετήθηκαν μήπως από τις ΗΠΑ; Πρόλαβαν να γευθούν τους καρπούς του ευρωπαϊκού κεκτημένου; Σίγουρα όχι. Και ούτε φυσικά είναι όλοι τους καλοφαγωμένοι θαμώνες του πάρτι που πραγματοποιήθηκε και – ως φαίνεται – εξακολουθεί να πραγματοποιείται στην χώρα μας. Απλά, οι καιροί αλλάζουν και η Αριστερά μεταλλάσσεται, όπως αντίστοιχα και η Δεξιά. Κάποτε, η Δεξιά ήταν «ρωσόφοβη», για να δημιουργήσουμε και έναν όρο με βάση τις σύγχρονες τάσεις, ενώ η Ρωσία ήταν αριστερή. Σήμερα, η Αριστερά είναι «ρωσόφοβη» και η Δεξιά βλέπει στον Πούτιν έναν νέο πυλώνα της Δύσεως και ως έναν ισχυρό εταίρο σε μία πιθανή «Συντηρητική Διεθνή». Έναν θεματοφύλακα – αν θέλετε - του δυτικού πολιτισμού, απαλλαγμένο από τις αγκυλώσεις και τα συμπλέγματα που γεννά η αμερικανοτραφής πολιτική ορθότητα.

    Πιο απλουστευμένα, για τον μέσο Έλληνα αριστερό η οκταετία Ομπάμα και κυρίως το ... χρώμα της, αρκούσε για να τον αφήσει αδιάφορο, να τον καθησυχάσει ως προς τον αντιαμερικανισμό του. Αντίστοιχα, ο μέσος Έλληνας «δεξιός» - αν και σηκώνει μεγάλη συζήτηση η ύπαρξη Δεξιάς στην μεταπολιτευτική Ελλάδα – είναι παραδοσιακά φιλοαμερικανός, από κεκτημένη ταχύτητα, κτηθείσα από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Έτσι συντίθεται ευκόλως η ελληνική δημοφιλία για τον Ομπάμα. Έτσι εξηγούνται οι ένθεν κακείθεν διθύραμβοι για την προσωπικότητά του και η εθελοτυφλία απέναντι στην καταστροφή που άφησε πίσω του, τη συναινέσει φυσικά της επιδόξου διαδόχου του.

    Με Ομπάμα είχαμε έναν φίλο στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Έναν φίλο, ο οποίος «κατακεραύνωνε» ενίοτε τις υφεσιακές πολιτικές της Μέρκελ και του Σόιμπλε και που μας έκανε και την τιμή να μας επισκεφθεί στο τελευταίο του ταξίδι ως Πρόεδρος. Ωραίος, κομψός, ντελικάτος, «φιλέλλην», δημοκράτης και Αφροαμερικανός, μπορεί να μην αποκατέστησε το αμερικανικό όνειρο, όμως σίγουρα εκπλήρωσε τις φαντασιώσεις όλων των εν Ελλάδι αριστερών και «προοδευτικών». Του ελληνικού επαρχιωτισμού, θα τολμούσα να πω. Δεν χρειαζόντουσαν τίποτε άλλο για να τον εγκαταστήσουν στην καρδιά τους. Για τους υπολοίπους ήταν απλά Αμερικανός Πρόεδρος και συγχρόνως ένα εύκολο αριστερό άλλοθι προς εξυπηρέτηση των παγίων φοβικών τους συνδρόμων. Μη και χαρακτηριστούν ρατσιστές και φασίστες.

    Η κόλαση

    Και ύστερα ήρθε η κόλαση. Ξανθός, παχύς, ηλικιωμένος και άσχημος, πλούσιος με top-model σύζυγο, γυναικάς, φαλλοκράτης, Χριστιανός, δεξιός και πατριώτης. Ο Ντόναλντ Τραμπ. Η προσωποποίηση του απολύτου κακού. Ο εφιάλτης του αναθεωρητισμού της ορθότητας. Ο «Αντίχριστος» στην εξουσία. Δεν χρειαζόταν τίποτε περισσότερα, από τα παραπάνω επιφανειακά δεδομένα, που χαρακτηρίζουν με μια πρώτη ματιά τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών για να συνταχθεί το σύνολο σχεδόν του ελληνικού πολιτικού κόσμου με την Χίλαρυ Κλίντον.

    Στην περίπτωση της τελευταίας βέβαια, οι εκπτώσεις έδιναν κι έπαιρναν. Τι και αν ήταν η γυναίκα του χασάπη των Βαλκανίων, η σφαγέας εκατομμυρίων αμάχων ανά τον κόσμο αλλά και εμφανισιακώς η βελτιωμένη έκδοση της Τασώς Καββαδία ως πεθερά στο «Μάνα γιατί με γέννησες ΙΙ»; Τι και αν κατέρρεε ψυχοσωματικά, ενόσω έβγαιναν το ένα μετά το άλλο σκάνδαλα για τον σκαιό ρόλο της; Υπήρξαν και αριστεροί αλλά και κατ’ επίφασιν δεξιοί, οι οποίοι, αν ζούσαν στην Αμερική θα έταζαν πολύ περισσότερα απ’ ό,τι η Μαντόνα για χάρη της.

    Ας μου συγχωρεθεί το εύθυμο των λόγων μου, αλλά όταν μου ζητήθηκε να γράψω ένα κείμενο με θέμα «Τραμπ και Ελλάδα», μόνον με χιούμορ θα μπορούσα να αντιμετωπίσω την ατμόσφαιρα ως προς τις νυν και μελλοντικές σχέσεις μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πολλώ δε μάλλον, ως προς τις πιθανές σχέσεις μας επί Προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ. Δυστυχώς, η στάση της ελληνικής πολιτικής ελίτ απέναντι στις αμερικανικές εκλογές και στο φαινόμενο Τραμπ, μόνον ως κοντόφθαλμη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί.

    Τα ελληνικά κοινοβουλευτικά κόμματα

    Πιο συγκεκριμένα, δεδομένου ότι ο αυριανός πρωθυπουργός της Ελλάδος θα είναι αργά ή γρήγορα ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αξίζει να δούμε την δική του στάση απέναντι στην αναμέτρηση Τραμπ-Κλίντον, από την στιγμή που ο σημερινός πρόεδρος των ΗΠΑ έλαβε το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων.

    Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως είχε εκφράσει ρητά την υποστήριξή του στην Χίλαρυ Κλίντον μέσω κοινωνικού δικτύου. Ωστόσο, αναζητώντας σήμερα τις καταχωρήσεις του, θα διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει ούτε μία πια, όπου να αναφέρονται τα λήμματα «Χίλαρυ» ή «Κλίντον». Ευτυχώς, υπάρχει και το αρχείο της εφημερίδος «Το Βήμα», όπου σε δημοσίευμα του «Βηματοδότη», την 7η Μαΐου 2016, επιβεβαιώνεται του λόγου το αληθές: «Ο πρόεδρος της ΝΔ Κυρ. Μητσοτάκης τάσσεται ανοιχτά υπέρ της Χίλαρυ Κλίντον. «Αναφανδόν Χίλαρυ» μου είπε όταν του ετέθη η σχετική ερώτηση. Και όταν εκλήθη να δικαιολογήσει αυτή την προτίμησή του, στην αρχή δίστασε να εκφέρει γνώμη αλλά τελικά είπε: «Η Χίλαρυ είναι μια ασφαλής επιλογή για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να διαχειριστεί σύνθετες καταστάσεις σε έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα». Όσο για τον Ντόναλντ Τραμπ, δεν ήθελε να ακούσει τίποτε ο πρόεδρος».

    Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ως ψυχρός υπολογιστής που είναι, πόνταρε στο ότι τα διεθνώς κατεστημένα ΜΜΕ υποστήριζαν φανατικά την Δημοκρατική υποψήφια. «Σιγά μην χάσει», θα σκέφτηκε. Ήταν και γυναίκα. Ήταν και σύζυγος πρώην Προέδρου. Ήταν και υποστηριζόμενη από όλες τις εθνικές και κοινωνικές μειονότητες. Καλό άλογο να ποντάρει κανείς. Και ας μην ξεχνάμε, ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι και αυτός Έλληνας. Το συναίσθημα κυριαρχεί. Και για έναν Μητσοτάκη, ο στυγνός ορθολογισμός, η πολιτική ορθότητα και ο πολιτικός καθωσπρεπισμός είναι συναίσθημα. Είναι ένστικτο επιβιώσεως. Ποιος είπε όμως ότι και τα ένστικτα δεν σφάλλουν;

    Την επομένη της εκλογής Τραμπ, το γραφείο του Κυριάκου Μητσοτάκη - όχι ο ίδιος - εξέδωσε την κάτωθι δήλωση: «Η εκλογή του κ. Ντόναλντ Τραμπ στην Προεδρία των ΗΠΑ είναι, αναμφισβήτητα, ένα πολύ σημαντικό διεθνές γεγονός και η επιλογή του αμερικανικού λαού είναι, ασφαλώς, απόλυτα σεβαστή. Η Νέα Δημοκρατία προσδοκά στη συνέχιση και ενίσχυση των δεσμών φιλίας και συνεργασίας της Ελλάδας με τις ΗΠΑ. Ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας έχει, ήδη, αποστείλει συγχαρητήρια επιστολή προς τον νέο Πρόεδρο των ΗΠΑ».

    Μια εβδομάδα μετά την εκλογή του σημερινού πλανητάρχη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδειχνε με σαφήνεια τις προθέσεις του για το μέλλον, φανερώνοντας με σαφήνεια ότι κάτι έχει διδαχθεί από την εκλογή Τραμπ, αν όχι σε ένα ιδεολογικό, σίγουρα σε ένα επικοινωνιακό επίπεδο. Σε τηλεοπτική συζήτηση με τον Στέλιο Ράμφο στο διαδικτυακό κανάλι του ιστολογίου iefimerida.gr θα δηλώσει μεταξύ άλλων: «Ναι μεν προέρχομαι από πολιτική οικογένεια και έχω ένα βιογραφικό που κάποιος θα συνέδεε με το σύστημα, αλλά η υποψηφιότητά μου στην Νέα Δημοκρατία είχε αντισυστημικά χαρακτηριστικά [...] διότι προσπαθώ να την προσαρμόσω σε αυτή τη νέα πραγματικότητα» (σ.σ. είχε αναφέρει ο Στέλιος Ράμφος ότι τα συστημικά κόμματα πρέπει να προσαρμοστούν στον αντισυστημισμό που αναδεικνύεται από φαινόμενα όπως ο Ντόναλτ Τραμπ).

    Κακά τα ψέματα! Από τα κοινοβουλευτικά κόμματα της Ελλάδος κανείς δεν ήταν υπέρ του σημερινού Προέδρου. Η Αριστερά ήταν σύσσωμη υπέρ της Χίλαρυ, όπως και η Νέα Δημοκρατία. Το ΚΚΕ, όπως και το αντιδιαμετρικά αντίθετο κόμμα της Χρυσής Αυγής, επέλεξαν την ουδετερότητα με βάση την λογική ότι «όποιος κι αν βγει, δεν θα αλλάξει κάτι». Αυτή ενδεχομένως ήταν και η πιο σοβαρή πολιτική προσέγγιση, ασχέτως εάν αποδειχθεί εσφαλμένη ή όχι. Η Χρυσή Αυγή ωστόσο, αποποιήθηκε της ουδετερότητάς της, λίγο προ της εκλογής Τραμπ, επιδιώκοντας να επωφεληθεί του γεγονότος ότι θα ήταν το μόνο κόμμα που τον υποστήριξε.

    Στην πραγματικότητα όμως, την ίδια στιγμή που ο Κυριάκος Μητσοτάκης τον περασμένο Μάιο δημοσιοποιούσε τον διακαή πόθο του να εκλεγεί η Χίλαρυ Κλίντον, η Χρυσή Αυγή, με δημοσίευμα στην επίσημη ιστοσελίδα της έγραφε, σχολιάζοντας το προαναφερθέν δημοσίευμα του «Βηματοδότη» για τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως: «Επίκεινται οι προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ και όλο το παγκόσμιο κατεστημένο έχει λάβει θέσεις για να στηρίξει τον ένα ή τον άλλο υποψήφιο σε κάποιο από τα δύο κόμματα των ΗΠΑ. Όχι ότι υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ των υποψηφίων και των θέσεών τους. Ανταγωνισμός για το ποιος θα προσφέρει περισσότερα στο εβραϊκό λόμπυ υπάρχει απλώς».

    Καθένας με τον πόνο του, θα σχολιάσει εύκολα κανείς. Ωστόσο, η ομολογουμένως καλή σχέση του Ντόναλντ Τραμπ, αν όχι με το εβραϊκό λόμπι, σίγουρα με το Ισραήλ, δεν εμπόδισε την Χρυσή Αυγή, ανήμερα της 11ης Σεπτεμβρίου, να ψέξει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας μας: «Τόσο η Νέα Δημοκρατία, όσο και ο Σύριζα στηρίζουν την πολεμοχαρή, αιμοδιψή και παθολογικά ψεύτρα Χίλαρι Κλίντον για την προεδρεία των ΗΠΑ». Στον επίλογο της ιδίας ανακοινώσεως και μετά το «ξεμπρόστιασμα» της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ θα γραφεί: «Βεβαίως και τα δύο κόμματα δεν κάνουν ανοιχτή την στήριξή τους στην Κλίντον. Ακόμα και τα email της Χίλαρι με την Ντόρα που διέρρευσαν προκάλεσαν ταραχή στους κόλπους της ψευτοδεξιάς. Αυτό συμβαίνει γιατί αργότερα δεν θα έχουν να εξηγούν μονάχα τη δική τους ανθελληνική πολιτική. Θα έχουν να εξηγούν και την πολιτική της Χίλαρι που θα παραμείνει μισελληνική, στα πλαίσια πάντα των συμφερόντων του αμερικανοσιωνισμού».

    Αποκορύφωμα της μετακινήσεως της Χρυσής Αυγής, μετά και από την αναθεώρηση της ουδετερότητάς της ήταν φυσικά η ανακοίνωση του Γενικού Γραμματέως της, την επομένη της εκλογής του Ντόναλντ Τραμπ: «Η Χρυσή Αυγή θεωρεί θετική την νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις εκλογές των ΗΠΑ, μία νίκη που επιτεύχθηκε ενάντια στις δυνάμεις του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου των ΗΠΑ».

    Αντίστοιχη, αλλά πιο σώφρων, ήταν και η στάση του κυβερνητικού εταίρου Πάνου Καμμένου. Ο Πρόεδρος των ΑΝΕΛ δεν δήλωσε την υποστήριξή του σε κανέναν. Με την εκλογή ωστόσο του Ντόναλντ Τραμπ, πανηγύρισε. Δημοσίευσε μάλιστα φωτογραφία του με τον κυπριακής καταγωγής νεαρό σύμβουλο του Προέδρου, George Papadopoulos.

    Το αύριο των ελληνοαμερικανικών σχέσεων

    Υπάρχουν ορισμένα σημεία και πρόσωπα κλειδιά που θα ορίσουν το μέλλον των ελληνοαμερικανικών σχέσεων κατά την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ. Όσοι βιάζονται να προβλέψουν ότι η εσωστρέφεια που διακηρύσσει ο Αμερικανός Πρόεδρος για την οικονομία της χώρας του θα στερήσει από την Ελλάδα την υποστήριξη που μέχρι σήμερα είχε σε ένα οικονομικό επίπεδο θα διαψευστούν. Όχι για κάποιον άλλον λόγο, αλλά διότι ουσιαστικά η Ελλάδα δεν είχε καμία στήριξη ούτε από τον Μπάρακ Ομπάμα, ούτε φυσικά από την Υπουργό Εξωτερικών του, Χίλαρυ Κλίντον.

    Να θυμίσουμε ότι ο τέως Πρόεδρος των ΗΠΑ κατά την θητεία του, συχνά ασκούσε κριτική στις υφεσιακές πολιτικές που υπαγόρευε η γερμανική ηγεμονία της Ευρώπης. Ουσιαστικά ωστόσο, παρείχε νομιμοποίηση μέσω του περιβάλλοντός του και των φίλα προσκειμένων μέσων στην κυβέρνηση του. Να θυμίσουμε ότι τόσο ο σημερινός πρωθυπουργός όσο και ο ολετήρας τέως Υπουργός Οικονομικών του, Γιάννης Βαρουφάκης, είχαν φιλοξενηθεί προ της εκλογής τους από διάφορα αμερικανικά φόρα και μέσα, στέλνοντας σαφές μήνυμα αποδοχής και στηρίξεως τόσο στην χώρα μας όσο και στην Ε.Ε.

    O Ντόναλντ Τραμπ σε ένα οικονομικό επίπεδο δεν έχει δείξει μέχρι στιγμής τις προθέσεις του εις ό,τι αφορά την Ελλάδα. Έχει ωστόσο ένα σαφές ιδεολογικό υπόβαθρο, ξεκάθαρα δεξιό. Μιλά για λιγότερους φόρους, επιστροφή της παραγωγής εντός των τειχών και αποδυνάμωση της Κίνας. Σε αυτό το μήκος κύματος η Ελλάδα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μία μικρή επενδυτική εναλλακτική. Αυτό όμως θα μπορούσε να συμβεί, μόνον εάν η εκάστοτε κυβέρνηση μείωνε το εργοδοτικό κόστος, τις ασφαλιστικές εισφορές και όλους εκείνους τους παράγοντες που σήμερα καθιστούν την επιχειρηματικότητα απαγορευτική δραστηριότητα στην χώρα μας. Μ’ άλλα λόγια, αν δεν βοηθήσουμε τους εαυτούς μας, ουδείς δεν θα μας βοηθήσει.

    Αν αναλογιστεί πάντως κανείς, την οικονομική ζημία που προκάλεσαν τόσο στη χώρα μας όσο και στα υπόλοιπα κράτη-μέλη οι αντιρωσικές εμμονές της Χίλαρυ Κλίντον και οι κατά συνέπεια απαγορεύσεις στις εξαγωγές προς την Ρωσία, μπορεί εύλογα να συμπεράνει ότι έστω και με αυτόν τον έμμεσο τρόπο η πολιτική επαναπροσεγγίσεως με την Ρωσία και οι φιλικές σχέσεις του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρώσο Πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν, θα οδηγήσουν σε άρση των περιοριστικών μέτρων και θα ανακουφίσουν αρκετούς Έλληνες αγρότες.

    Δεν είναι όμως η Οικονομία το κομμάτι, όπου θα ανέμενε κανείς κάτι από τον Ντόναλντ Τραμπ, χωρίς και αυτό να μπορούσε να αποκλειστεί. Τα μάτια όλης της οικουμένης είναι στραμμένα στην Μέση Ανατολή αλλά και στις ισορροπίες που αναμένεται να αναπροσδιοριστούν από την νέα στάση των ΗΠΑ. Οι παράγοντες που θα κρίνουν και την θέση της Ελλάδος σε αυτές τις εξελίξεις είναι η αναθέρμανση των σχέσεων ΗΠΑ-Ισραήλ, η στάση που θα τηρηθεί σε έναν στρατηγικό σύμμαχο όπως η Τουρκία και φυσικά το πώς θα διαμορφωθεί ο χάρτης της Μέσης Ανατολής με βάση και τις σχέσεις που θα διαμορφωθούν με το καθεστώς του Άσαντ.

    Προς ώρας, η Ελλάδα παραμένει θεατής και μόνον εμμέσως θα είχε να αποκομίσει κάποια οφέλη. Τέτοια θα ήταν μία κρίση στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας. Μία τέτοια κρίση θα μπορούσε να προκληθεί από διάφορα αίτια. Ένα από αυτά θα ήταν η υποστήριξη της αναπτύξεως ενός κουρδικού κράτους ανάμεσα στην Συρία και την Τουρκία. Επιπλέον, ήδη το επιτελείο του Ντόναλντ Τραμπ έχει δείξει τις προθέσεις του για μεταφορά της Αμερικανικής Πρεσβείας των ΗΠΑ στο Ισραήλ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ, αναγνωρίζοντας εμμέσως πλην σαφώς την τελευταία ως πρωτεύουσα του Ισραήλ. Στον τουρκικό τύπο δε, υπάρχουν ισχυρισμοί ότι στο επιτελείο του Αμερικανού Προέδρου υπάρχουν πρόσωπα φανατικά διακείμενα κατά των μουσουλμάνων σε βαθμό που προσβάλλονται και οι θέσεις του ισλαμικού κόμματος του Ταγίπ Ερντογάν.

    Σημείο κλειδί στις σχέσεις των δύο χωρών είναι η έκδοση ή όχι του Γκιουλέν στην Τουρκία, τον οποίον ο Ερντογάν θεωρεί υποκινητή του αποτυχημένου πραξικοπήματος το καλοκαίρι του 2016. Ανεξαρτήτως ωστόσο, του αν θα εκδοθεί ή όχι, αυτό θα είχε μόνον επικοινωνιακά οφέλη για τον Τούρκο Πρόεδρο, εν αντιθέσει με το φλερτ των Αμερικανών με τους Κούρδους του PKK-PYD.

    Η Ελλάδα από την κρίση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις έχει αποκομίσει ένα ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την Σούδα ως εναλλακτική βάση στην Ανατολική Μεσόγειο. Όμως, η μεγάλη βιομηχανική δραστηριότητα της Τουρκίας στον τομέα της ανάπτυξης εξοπλιστικών συστημάτων για λογαριασμό των ΗΠΑ αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα της Τουρκίας, η οποία, αν διατηρήσει σε ένα λογικό επίπεδο τις σχέσεις της με τον Ντόναλντ Τραμπ θα αποτελεί σύντομα αμυντικά, όχι απλά μία από τις ισχυρότερες χώρες στον κόσμο, αλλά μία πολεμική υπερδύναμη, ανατρέποντας πλήρως το status στη γειτονιά μας.

    Η χώρα μας θα πρέπει σε ένα διπλωματικό επίπεδο να εκμεταλλευτεί κάθε πλεονέκτημα που της προσφέρεται από την συγκυρία της εκλογής του Ντόναλντ Τραμπ. Από τους Έλληνες που περιστοιχίζουν τον Αμερικανό Πρόεδρο, τον Χριστιανικό χαρακτήρα της διακυβερνήσεώς του, την ευαισθησία του νέου Λευκού Οίκου για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά και την βελτίωση των σχέσεων με το Ισραήλ, ενάντια στην τουρκική βούληση.

    Αυτά και πολλά άλλα θα έπρεπε να κάνει μία σοβαρή ελληνική εξωτερική πολιτική για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των ΗΠΑ σε μία περίοδο αστάθειας στην Ανατολική Μεσόγειο, προκλήσεων από τους γείτονές μας – όχι μόνον την Τουρκία, αλλά και τραγικής οικονομικής καταστάσεως. Με το υπάρχον πολιτικό προσωπικό ωστόσο, κάτι τέτοιο φαντάζει από δύσκολο έως αδύνατο, όσες πλακέτες και σπαθιά κι αν δωρίσει ο Υπουργός Εθνικής Αμύνης στον ελληνικής καταγωγής προσωπάρχη του Λευκού Οίκου, Ρέινς Πρίεμπους.

    Ο κόσμος αλλάζει. Εμείς;

    Η μέχρι σήμερα στάση των Ελλήνων πολιτικών, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ ήταν κοντόφθαλμη και επικίνδυνη. Αποδεικνύει ότι αντιλαμβάνονται οι ίδιοι τον εαυτό τους και την χώρα μας ως απλά εκτελεστικά όργανα και όχι ως παίκτες στα διεθνή δρώμενα. Και δυστυχώς, δεν είναι μόνον τώρα με την κρίση. Ανέκαθεν, οι Έλληνες πολιτικοί ενεργούσαν θεωρώντας ότι χαίρουν μίας μονίμου προστασίας. Άφησαν ανεκμετάλλευτο τον ανασχεδιασμό του χάρτη των Βαλκανίων και τώρα σκοπεύουν να το κάνουν και με την Μέση Ανατολή.

    Μια αυριανή κυβέρνηση - από την σημερινή δεν μπορεί κανείς να περιμένει τίποτε - θα πρέπει να διδαχθεί από το φαινόμενο Τραμπ. Όσο κι αν κάποιοι διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, ότι ο Τραμπ δίχασε τον αμερικανικό λαό, είναι γιατί απλά αδυνατούν να αντιληφθούν ότι στην πραγματικότητα πέτυχε διότι ένωσε το μεγαλύτερο κομμάτι της χώρας του. Την ώρα που κάποιοι δημιουργούσαν ομάδες, υποομάδες, μειονότητες, παραμειονότητες και μαγαζάκια, τέμνοντας από παντού την αμερικανική κοινωνία, ο Ντόναλντ Τραμπ απευθύνθηκε στο μεγαλύτερο κομμάτι της: στον μέσο Αμερικανό πολίτη.

    Στην Ελλάδα, με διαφορά φάσεως, ακολουθούμε τον ίδιο δρόμο, παρ’ ότι η κοινωνία μας ήταν πολύ πιο ομοιογενής και διέθετε πολύ μεγαλύτερη μεσαία τάξη. Εγκαταστήσαμε την πολιτική ορθότητα ως Ευαγγέλιο των πολιτικών δρωμένων και βαλθήκαμε να ξεκάνουμε την κοινωνία, την ώρα που στις ΗΠΑ και στην υπόλοιπη Ευρώπη έχουν ξεκινήσει ήδη να την στέλνουν στο πυρ το εξώτερον. Ήμαστε μια φτωχή χώρα και ακολουθήσαμε πολιτικές που μόνον σε πλούσιες χώρες αρμόζουν. Είχαμε μία μέτρια παραγωγή και μεταποίηση, με ένα ασθενές, αλλά σχετικά ανεκτό ισοζύγιο και εξαφανίσαμε κάθε ίχνος παραγωγικότητας, επιλέγοντας να είμαστε απλά πελάτες. Κι αν δεν είμαστε μία ισχυρή χώρα σαν τις ΗΠΑ για να εφαρμόσουμε με άνεση τα όσα ωραία ο Ντόναλντ Τραμπ από την πρώτη κιόλας μέρα εφαρμόζει στην πατρίδα του, σίγουρα μπορούμε να πάρουμε παράδειγμα από την αποφασιστικότητά του.

    Πρέπει να πάψουμε να ακολουθούμε με ευλάβεια την συνταγή της αποτυχίας σε κάθε τομέα, αναδεικνύοντας σε πρότυπο τον αποτυχημένο. Η εκλογή Τραμπ αποτελεί μάθημα για κάθε πολίτη και κάθε πολιτικό. Αποτελεί ωστόσο και αφετηρία για μία παγκόσμια αλλαγή. Μία αλλαγή που θέλουμε - δεν θέλουμε, θα επηρεάσει και την χώρα μας. Αν σε αυτήν την αλλαγή επιλέξουμε για άλλη μια φορά να είμαστε απλά «πελάτες», τότε είναι βέβαιο ότι δεν θα αργήσει η στιγμή που θα ζηλέψουμε ακόμη και την Βόρειο Κορέα.

    Οι άνθρωποι που θα πάρουν τα ινία της χώρας μας στα χέρια τους στα επόμενα χρόνια, θα πρέπει να θυμούνται ότι το «Make America Great Again» (Κάνε την Αμερική ξανά μεγάλη) δεν ειπώθηκε κατά την διάρκεια ενός περιπάτου σε ένα μονοπάτι στρωμένο με ροδοπέταλα. Ο 72χρονος πολιτικός που με τόσο πείσμα το κραύγαζε περιοδεύοντας μέσα σε έναν χρόνο δύο και τρεις φορές σε μία ολόκληρη ήπειρο, απετέλεσε το πιο μισητό πρόσωπο για το παγκόσμιο κατεστημένο και νίκησε. Νίκησε, όχι διότι βρήκε ένα ωραίο σύνθημα, αλλά γιατί το πίστευε και γιατί ο κόσμος ένιωθε προκαταβολικά ποιο θα είναι και το σύνθημά του μετά την νίκη: America First (πρώτα η Αμερική)!

    Είναι μακρύς ο δρόμος μέχρι οι κυβερνώντες της πατρίδας μας να πάψουν να ντρέπονται να ορθώσουν τέτοιον λόγο. Ακόμη πιο μακρύς μέχρι να τον πιστέψουν οι ίδιοι και ακόμη πιο μακρύς μέχρι να κάνουν τέτοια συνθήματα πράξη.


    Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο βιβλίο «Ντόναλντ Τραμπ: Σοκ και Δέος» του Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών που κυκλοφόρησε με το φύλλο της 18ης Φεβρουαρίου 2017 της εφημερίδας «Δημοκρατία».

    Κατηγορία: