Το «Σύμπλεγμα Μπάαντερ Μάινχοφ» διχάζει την Γερμανία

  • Δημοσιεύτηκε: 27 Νοέμβριος 2008

    Προβάλλεται ήδη εδώ και λίγο καιρό στις ελληνικές αίθουσες, η ταινία «Σύμπλεγμα Μπάαντερ Μάινχοφ» του Ούλυ Έντελ. Μία ταινία που εξυμνεί την δράση της RAF, αλλά δείχνει και την εγκληματική φύση των μελών της. Η ταινία αποτελεί την γερμανική υποψηφιότητα για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας του 2009.

    Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο πολιτικό βιβλίο του Στέφαν Άουστ, αρχισυντάκτη του Spiegel, ο οποίος γνώριζε πολλά από τα μέλη της RAF, ανάμεσα τους τον Kλάους Ρέινερ Ρόελ, τον σύζυγο της Ούλρικε Μάινχοφ. Η σκηνοθεσία ανήκει στον Ούλυ Άντελ («Κριστιάνα Φ»), ενώ συμπεριλαμβάνει στο καστ δύο από τους μεγαλύτερους ηθοποιούς της Γερμανίας: την Μαρτίνα Γκέντελ («Οι Ζωές των Άλλων») και τον Μπρούνο Γκανζ («Τα Φτερά του Έρωτα», «Η Πτώση») στον ρόλο του αρχηγού της αστυνομίας.

    Πρόκειται για το τελευταίο δείγμα γερμανικού κινηματογράφου που ρίχνει μία ψυχρή ματιά στην γερμανική ιστορία στα βήματα του «Αντίο Λένιν», «Η Πτώση» και «Οι Ζωές των Άλλων».

     

    Από την αγάπη για τον Τρίτο Κόσμο στο αιματοκύλισμα της Γερμανίας

    Για την ιστορία, η RAF («Φράξια Κόκκινος Στρατός») ή «Ομάδα Μπάαντερ Μάινχοφ» όπως λανθασμένα ονομάσθηκε από τον Τύπο, υπήρξε η πιο διάσημη και πιο βίαιη αριστερίστικη τρομοκρατική οργάνωση της μεταπολεμικής Γερμανίας. Ιδρύθηκε επίσημα το 1970 από τους Αντρέα Μάινχοφ, Ούλρικε Μάινχοφ, Γκούντρουκ Ένσλιν, Χορστ Μάλερ (σήμερα οπαδός του NSDAP), Ίνγκριντ Μολ και άλλους 17 συντρόφους τους. Ιδεολογικά, η RAF ανήκε στην Νέα Αριστερά που κυριαρχούσε στα ευρωπαϊκά και αμερικανικά πανεπιστήμια στα τέλη της δεκαετίας του '60. Η Νέα Αριστερά είχε για μέντορες της τον Μαρκούζε και τον Σαρτρ, θαύμαζε τους αριστερούς ηγέτες των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων του Τρίτου Κόσμου (Τσε Γκεβάρα, Χο Τσι Μινγκ, Φρανζ Φανόν) και υποστήριζε κινήματα όπως αυτά των Βιετκόνγκ και των Παλαιστινίων. Η συμπάθεια τους για τον Τρίτο Κόσμο και ο αντισιωνισμός τους, τους έκανε να κτυπούν αμερικανικούς και ισραηλινούς στόχους.

    Τα μέλη της RAF θεωρούσαν τους εαυτούς τους «αντάρτες των πόλεων» στο πρότυπο των Τουπαμάρος της Ουρουγουάης,που είχαν μεταφέρει το αγροτικό αντάρτικο στο στυλ του Μάο και του Γκεβάρα στις μεγαλουπόλεις. Σε θεωρητικό επίπεδο ήταν επηρεασμένοι από το «Εγχειρίδιο του Αντάρτη των Πόλεων» του Κάρλος Μαγκερίλα, ο οποίος έγραφε: «Ο αντάρτης των πόλεων είναι κάποιος που κτυπάει την στρατιωτική δικτατορία με ένοπλα μέσα και αντισυμβατικές μεθόδους. Ο αντάρτης πόλεων έχει έναν πολιτικό σκοπό και κτυπάει μόνο την κυβέρνηση, τις μεγάλες επιχειρήσεις και τους ξένους ιμπεριαλιστές».

    Η πρώτη φράση τους ταίριαζε γάντι μιας και θεωρούσαν την Ομοσπονδιακή Γερμανία αστυνομικό κράτος και αντιτίθεντο σε αυτό που οι ίδιοι θεωρούσαν έναν νέο φασισμό: τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό που επανεξόπλιζε την γερμανική κυβέρνηση, που πολλοί αξιωματούχοι της είχαν ναζιστικό παρελθόν. Έτσι ξεκίνησαν μια τρομοκρατική δράση που συμπεριλάμβανε 34 πολιτικές δολοφονίες, με διασημότερα θύματα τον μεγαλοβιομήχανο και πρώην αξιωματικό των SS Χανς Μάρτιν Σλέγιερ, τον τραπεζίτη Γιούγκερ Πόντο και τον ομοσπονδιακό κατήγορο Ζίγκφηλντ Μπούμπακ. Έτσι ξεκινώντας από σωστούς σκοπούς (την υποστήριξη των απελευθερωτικών κινημάτων του Τρίτου Κόσμου) έσπειραν την Κόλαση στις γερμανικές μητροπόλεις.

     

    Μόδα σήμερα η τρομοκρατία

    Αυτό το αιματοκύλισμα των δεκαετιών του '60 και του '70, έρχεται να μας παρουσιάσει το «Σύμπλεγμα Μπάαντερ Μάινχοφ», μια ταινία που κινείται ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ, το θρίλερ και την πολιτική ταινία, μην διαλέγοντας ένα σταθερό στυλ. Θα πρέπει να πούμε ότι 30 χρόνια μετά την ομαδική αυτοκτονία των αρχικών και πιο διάσημων μελών της, η RAF έχει γίνει τόσο της μόδας, που ο σινιέ οίκος μόδας Prada έχει κυκλοφορήσει ένα T-shirt με το κόκκινο αστέρι και το MP-15 της τρομοκρατικής οργάνωσης. Έτσι δεν απορεί κανείς με την ηρωοποίηση που επιχειρεί η ταινία.

    Η ταινία καταγράφει το ιδεολογικό κλίμα μέσα στο οποίο γεννήθηκε η οργάνωση. Ενώ δείχνει τα γεγονότα που οδήγησαν στην δημιουργία της οργάνωσης, μέσα από τα μάτια της Ουλρίκε Μάινχοφ, αρχισυντάκτριας του εβδομαδιαίου αριστερίστικου περιοδικού Konkrete, που αρχικά ήταν απλώς φίλη και συμπαθούσα. Αυτά ήταν η δολοφονία του φοιτητή του φοιτητή Μπένο Όσενογκ από αστυνομικούς με πολιτικά στην διάρκεια των διαδηλώσεων της επίσκεψης του Σάχη της Περσίας στις 2 Ιουλίου 1967 και η απόπειρα δολοφονίας του αριστεριστή αρχηγού του φοιτητικού κινήματος Ρούντι Ντούντσκε από τον αντικομμουνιστή φοιτητή Γιόζεφ Μπάχμαν. Οι δύο σκηνές προβάλλονται με τέτοιο τρόπο που το κοινό θα επικροτήσει τα αντίποινα που θα ακολουθήσουν, δηλαδή την ανατίναξη πολυκαταστημάτων και το κάψιμο των τυπογραφείων της συντηρητικής και εθνικιστικής Bild Zeitung, την οποία θεωρούσαν ηθικό αυτουργό στην απόπειρα δολοφονίας του Ντούτσκε.

    Στο ενδιάμεσο η ομάδα με αρχηγούς τους Μπάαντερ και Ένσλιν (Μόριτζ Μπλειμτρέου και Γιοχάνα Βοκάλεκ αντίστοιχα) συλλαμβάνεται από τις αρχές, αφήνεται λόγω της έφεσης και περνάει στην παρανομία. Από εκεί και πέρα ξεκινά μια ηρωοποίηση των Μπάαντερ και Ένσλιν με τον ίδιο τρόπο που ο Άρθουρ Πεν ηρωοποιούσε τους «Μπόνυ και Κλάιντ» στην ομώνυμη ταινία του 1967 με τους Φαίη Ντανγουαίη και Γουώρεν Μπήτυ, δίνοντας στην χίπικη γενιά δύο «αντισυμβατικά» πρότυπα συμπεριφοράς. Υπ' όψη ότι παρόλη την ονομασία της οργάνωσης, οι πραγματικοί ηγέτες της ήταν ο Μπάντερ και η Ένσλιν, ενώ η Μάινχοφ ήταν η διανοούμενη της οργάνωσης και η πιο διάσημη από τους τρεις.

     

    Ηρωοποίηση τρομοκρατών

    Αυτή η ηρωοποίηση των Μπάαντερ και Ένσλιν φαίνεται καλύτερα σε δύο σκηνές. Στην πρώτη ο Μπάαντερ, η Ένσλιν μαζί με ένα δραπέτη αναμορφωτηρίου μπαίνουν μαζί με την υπόλοιπη ομάδα σε κλεμμένα αυτοκίνητα και πυροβολούν στον αέρα ή σε περαστικά αυτοκίνητα κάτω από τους ήχους του My Generation των The Who με τους κλασσικούς στίχους «Οι άνθρωποι προσπαθούν να μας πατήσουν κάτω / γιατί περιφερόμαστε εδώ και εκεί / Μιλάω για την γενιά μου». Και μόνο η χρήση του τραγουδιού και γρήγορου μοντάζ στην σκηνή, δείχνει τις προθέσεις του Έντελ. Η δεύτερη είναι η σκηνή απόδρασης του Μπάαντερ με την βοήθεια της ομάδος και με την μεσολάβηση της Μάινχοφ που χρησιμοποιεί την δημοσιογραφική της ταυτότητα για μια δήθεν συνέντευξη. Είναι αυτή η στιγμή που η Μάινχοφ γίνεται μέλος της οργάνωσης και η πιο διάσημη τρομοκράτισσα στον κόσμο. Η ηρωοποίηση φτάνει στο αποκορύφωμα της στην διάρκεια της δίκης του Σταμχείμ, όπου οι τρομοκράτες βρίζουν τους δικαστές και χλευάζοντας το δικαστήρια ανάβοντας πούρα, μιμούμενοι τον Τσε Γκεβάρα.

    Όμως η ταινία δεν εξηγεί το πιο βασικό χαρακτηριστικό της Μάινχοφ: πως γίνεται μια δημοσιογράφος που δηλώνει ότι ποτέ δεν θα εγκαταλείψει τα παιδιά της και που στην διάσημη συνέντευξη πριν περάσει στην παρανομία κερδίζει την συμπάθεια, βάζοντας τον ρόλο της ως μητέρα πάνω από αυτό της ακτιβίστριας, κάνει ακριβώς το αντίθετο. Εγκαταλείπει τα παιδιά της για να πάει να εκπαιδευτεί σε στρατόπεδο Παλαιστινίων στην Ιορδανία.

     

    Η εγκληματική φύση της «κόκκινης» RAF

    Από την άλλη, φαίνεται ξεκάθαρα η εγκληματική φύση των αριστεριστών τρομοκρατών. Πρώτον η ομάδα βάζει βόμβα στα γραφεία της Bild Zeitung σκοτώνοντας αθώους εργαζομένους. Αυτό θα είναι η αφορμή σύγκρουσης μέσα στην φυλακή ανάμεσα στην Μάϊνχοφ, που είχε την ιδέα και την Ένσλιν. Οι αντάρτες πόλεων είχαν ως ηθικό - ιδεολογικό φραγμό να κτυπούν τις επιχειρήσεις και όχι τους εργαζομένους. Όπως λέει και η Ένσλιν: «Οι Τουπαμάρος θα σε είχαν εκτελέσει για αυτό». Επίσης ο τρόπος που η δεύτερη γενιά της RAF σκοτώνει τον ομοσπονδιακό κατήγορο Ζίγκφιλντ και τον διευθυντή της Dresden Bank, Γιόρχε Πόντο (μετά από μια αποτυχημένη απαγωγή) προκαλεί ανατριχίλα. Ακόμα πιο συγκλονιστική είναι η σκηνή που η ανιψιά του Πόντο, που βοήθησε τους τρομοκράτες να μπουν στην βίλλα στην διάρκεια μιας επίσκεψης, να προσπαθεί να αυτοκτονήσει πηδώντας από το αμάξι γεμάτη τύψεις. Τέλος συγκλονίζεται κανείς να παρακολουθεί τους νεαρούς τρομοκράτες να αδειάζουν τα όπλα τους σε νεκρά σώματα οδηγών και σωματοφυλάκων.

    Όσο για την αγάπη προς τον Τρίτο Κόσμο αποδεικνύεται απλώς μια πρόφαση για έγκλημα. Όταν η ομάδα πάει να εκπαιδευτεί στα στρατόπεδα του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, θα περιφρονήσουν τους ηθικούς νόμους των μουσουλμάνων μαχητών της Ελευθερίας για διαχωρισμό ανδρικών και γυναικείων κοιτώνων, θα περιφέρονται γυμνοί και θα ξοδεύουν σαν ηλίθιοι τα πυρομαχικά.

    Να πούμε ότι υπάρχει μια γενικότερη σεξουαλική ασυδοσία της εποχής διάχυτη στην ταινία. Μια ασυδοσία στην οποία η συνεσταλμένη Μάινχοφ νοιώθει αμήχανη, ενώ ο Μπάαντερ και η Ένσλιν δείχνουν να απολαμβάνουν μέχρι των άκρων. Τέλος η ταινία αποδέχεται την άποψη της RAF περί ομαδικής αυτοκτονίας των μελών της και όχι την πολιτική συνωμοσιολογία της μεταπολίτευσης περί δολοφονίας. Άποψη, που διόλου συμπτωματικά καλλιέργησε η αγαπημένη εφημερίδα των Ελλήνων τρομοκρατών, ηρωοποιώντας τους τα μέγιστα.

    Θα πρέπει να πούμε ότι η ταινία έχει διχάσει την Γερμανία. Η Βerlin Zeitung δήλωσε ότι ο Μπάαντερ που πάντα οδηγούσε Πόρσε κέρδισε επιτέλους τον ρόλο που ήθελε πιο πολύ στην ζωή του: αυτόν του πρωταγωνιστή σε ταινίες δράσης. Η δημοσιογράφος Μπετίνα Ρόεχλ, κόρη της Ουλρίκε Μάινχοφ δήλωσε ότι «το «Σύμπλεγμα Μπάαντερ Μάινχοφ» είναι το χειρότερο σενάριο για την ιστορία της οργάνωσης. Δεν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη ηρωοποίηση από την ταινία». Ο Μάικλ Μπούμπακ, γιος του δημόσιου κατήγορου Ζίγκφηλντ Μπούμπακ δήλωσε ότι «είναι σκληρό το πόσο λίγο υπολόγισαν (οι δημιουργοί της ταινίας) τα μέλη των οικογενειών. Για μια ακόμα φορά ζούμε τον ρόλο του θύματος». Τέλος ο γιος του Σλέγιερ εξύμνησε την ταινία που δείχνει την RAF, όπως ήταν: «ως μια σκληρή ομάδα δολοφόνων, χωρίς να είναι επιζήμια στην μνήμη των θυμάτων».

    Όσο για μας, το «Σύμπλεγμα Baader-Meinhof» δεν έχει την δραματουργική δύναμη του «Οι Ζωές των Άλλων», αλλά έχει στιγμές-στιγμές καταιγιστικό ρυθμό που σε καθηλώνει, ακόμα και αν διαφωνείς ιδεολογικά. Υπάρχουν άλλες στιγμές που μοιάζει σαν απλή παράθεση γεγονότων και θυμίζει δραματικοποιημένο ντοκιμαντέρ. Παρόλα αυτά, η μεγάλη κυρία του γερμανικού κινηματογράφου Μαρτίνα Γκέντεκ δίνει μία ακόμη συγκλονιστική ερμηνεία ως η πιο διάσημη τρομοκράτισσα όλων των εποχών. Ο Μπρούνο Γκατζ είναι υπέροχος με χαμηλών τόνων ερμηνεία ως αρχηγός της αστυνομίας που καταλαβαίνει ποια είναι τα πραγματικά αίτια της ύπαρξης της τρομοκρατίας. Η Γιοχάνα Βόκαλεκ είναι αρκετά αισθησιακή ως Γκούντρουν Ένσλιν. Ενώ ο Μόριτζ Μπλείμπράου έχει κατηγορηθεί ότι παίζει τον Αντρέας Μπάαντερ καρτουνίστικα. Όμως αυτή ήταν η άποψη του σκηνοθέτη για να τον παρουσιάσει τους τρομοκράτες ως ψυχικά ασταθή άτομα. Γι' αυτό και μόνο πρέπει να τον ευχαριστούμε...

    * ο Γιώργος Πισσαλίδης είναι κριτικός κινηματογράφου και αυτήν την περίοδο συγγράφει το βιβλίο «Ο Σύγχρονος Κινηματογράφος της Δεξιάς».


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 15ης Νοεμβρίου 2008 της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος.