Ο ρόλος του εθνικισμού στην κατάρρευση του Σοβιετικού κομμουνισμού

  • Δημοσιεύτηκε: 05 Φεβρουάριος 2012

    Προ 20 ετών, στα τέλη του 1991, η κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο υπεστάλη από τους πύργους του Κρεμλίνου και αντικαταστάθηκε από την τρίχρωμη Ρωσική σημαία. Η ΕΣΣΔ έπαυσε επισήμως να υπάρχει στις 26 Δεκεμβρίου 1991. Έχοντας μία αρκετή χρονική απόσταση από τα γεγονότα, ιδιαίτερη αξία αποκτά η συνολική αξιολόγηση των παραγόντων που συντέλεσαν στην κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης την οποία κάνει ο καθηγητής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Princeton Mark Beissinger, ο οποίος και επισημαίνει τον ειδικό ρόλο που έπαιξε ο εθνικισμός σε αυτήν.

    Κατ' αυτόν ο εθνικισμός - τόσο με την παρουσία του, όσο και με την απουσία του - έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση του τρόπου με τον οποίον κατέρρευσε ο κομμουνισμός. Επιπλέον, η κατάρρευση αυτή δεν προήλθε ως αποτέλεσμα μεμονωμένων αντιστασιακών ενεργειών σε εθνικό επίπεδο, αλλά ως συνέπεια συσχετιζόμενων και αλληλοεπηρεαζόμενων δραστηριοτήτων που αποτέλεσαν μέρος ενός μεγάλου κύματος διεκδίκησης εθνικής κυριαρχίας εκ μέρους τόσο των Σοβιετικών εθνοτήτων, όσο και των εθνών των άλλων κομμουνιστικών χωρών της Ανατολικής Ευρώπης. Οι διεκδικητές έπαιρναν έμπνευση και ιδέες ο ένας από τον άλλον, μιμούνταν επιτυχημένες τακτικές και προγράμματα, συντόνιζαν την δράση τους και συνεργάζονταν. Μάλιστα, επιδίωκαν να διαχύσουν οριζόντια τις διεκδικήσεις τους προκειμένου να διασφαλίσουν τις επιτυχίες τους, να προελκύσουν συμμάχους και να διαταράξουν περαιτέρω την συνοχή του κράτους το οποίο επιχειρούσαν να αποδυναμώσουν.

    Ο Beissinger υπογραμμίζει ότι μάλλον ούτε η Σοβιετική Ένωση, ούτε και τα κομμουνιστικά καθεστώτα των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης θα είχαν καταρρεύσει αν αυτές οι αποσχιστικές επαναστάσεις είχαν λάβει χώρα απομονωμένες η μία από την άλλη. Κατά τον Beissinger το γεγονός αυτό καταρρίπτει κάποια στερεότυπα αναφορικά με τον εθνικισμό: «Ο εθνικισμός συχνά παρουσιάζεται ως στενόμυαλος και εσωστρεφής, χωρίς να μπορεί να κατανοήσει και χωρίς να μπορεί να ταυτισθεί με άλλους. Όμως, η κατάρρευση του κομμουνισμού απεικονίζει τα όρια τέτοιων στερεοτύπων. Τα περισσότερα εθνικιστικά κινήματα είναι στην πραγματικότητα υπερεθνικά σε προσανατολισμό, εξαναγκασμένα από στρατηγικές συνθήκες να αντιληφθούν την μοίρα τους ως συνυφασμένη με άλλες».

    Όπως επισημαίνει ο Beissinger, κάποιες μελέτες για το τέλος του Σοβιετικού κομμουνισμού υποστηρίζουν ότι ο εθνικισμός έπαιξε έναν ελάσσονα ρόλο στην όλη διαδικασία και ότι η επιρροή του στις εξελίξεις ήταν περιθωριακή. Οι μελέτες αυτές προκρίνουν άλλους παράγοντες ως σημαντικούς: την αποτυχία των θεσμών, την εξασθένιση της ιδεολογίας, την οικονομική επιβράδυνση, την επιβάρυνση εξ' αιτίας του στρατιωτικού ανταγωνισμού με τις ΗΠΑ και την επικράτηση μίας νοοτροπίας προσωπικού πλουτισμού μεταξύ μελών της νομενκλατούρας. Μάλιστα, κάποιοι συγγραφείς εμφανίζουν τον εθνικισμό ως συνέπεια της κατάρρευσης του κομμουνισμού, δηλαδή ως μία φάση μετά τον κομμουνιστικό κατακερματισμό και όχι ως μία αυτόνομη δύναμη η οποία συνέβαλλε ενεργά στην ίδια την κατάρρευση.

    Ο Beissinger σωστά υπογραμμίζει ότι η οπτική αυτή αγνοεί τις τεράστιες κινητοποιήσεις εκατομμυρίων ανθρώπων οι οποίες έλαβαν χώρα κατά την περίοδο 1987-1992 και στις οποίες κυριαρχούσαν εθνικιστικά αιτήματα. Ασφαλώς, προβάλλονταν και άλλα θέματα όπως ο εκδημοκρατισμός, οι εργατικές αναταραχές, οι ελλείψεις καταναλωτικών προϊόντων και η μόλυνση του περιβάλλοντος, τα οποία κάποιες φορές συνέπλεαν με εθνικιστικά αιτήματα και κάποιες όχι. Όμως, όπως τονίζει ο Beissinger, η μελέτη των στοιχείων χιλιάδων διαδηλώσεων διαμαρτυρίας της περιόδου εκείνης δείχνει ότι «ο εθνικισμός άσκησε μία ασυνήθιστη ελκτική δύναμη εντός της Σοβιετικής κοινωνίας [...] η οποία ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από κάθε άλλη δέσμη θεμάτων».

    Για παράδειγμα οι διαδηλώσεις που εξέφραζαν εθνικιστικά αιτήματα και όχι αιτήματα εκδημοκρατισμού ελάμβαναν χώρα σχεδόν τρεις φορές συχνότερα συγκριτικά με εκείνες που εξέφραζαν αιτήματα εκδημοκρατισμού και όχι εθνικιστικά αιτήματα. Επιπλέον, οι διαδηλώσεις που εξέφραζαν εθνικιστικά αιτήματα και όχι αιτήματα εκδημοκρατισμού κινητοποιούσαν δεκαπλάσιους συμμετέχοντες συγκριτικά με εκείνες που εξέφραζαν αιτήματα εκδημοκρατισμού και όχι εθνικιστικά αιτήματα. Διαδηλώσεις που συνδύαζαν αιτήματα εκδημοκρατισμού και εθνικιστικά αιτήματα κινητοποιούσαν πενταπλάσιους συμμετέχοντες συγκριτικά με εκείνες που εξέφραζαν αιτήματα εκδημοκρατισμού και όχι εθνικιστικά αιτήματα. Δηλαδή, οι πιο ισχυρές πιέσεις για εκδημοκρατισμό προήλθαν από εκείνες τις κινητοποιήσεις που προέβαλλαν παράλληλα και μία εθνικιστική θεματολογία. Χωρίς τον εθνικισμό να τα υποστηρίζει τα αιτήματα φιλελευθεροποίησης από μόνα τους είχαν σχετικά αδύναμη απήχηση στην Σοβιετική κοινωνία. Ακόμα πιο έντονες είναι οι διαφορές στην σύγκριση των κινητοποιήσεων με εθνικιστικά αιτήματα με εκείνες που προέβαλλαν οικονομικά αιτήματα.

    Επιπλέον, η άποψη ότι ο εθνικισμός έπαιξε έναν περιθωριακό ρόλο στην κατάρρευση του κομμουνισμού και η πρόταξη άλλων παραγόντων δεν παρέχει μία ικανοποιητική εξήγηση για την συνέχιση της ύπαρξης κάποιων κομμουνιστικών καθεστώτων (π.χ. Κίνα, Βόρεια Κορέα, Βιετνάμ, Κούβα) και μετά το 1992. Και τα καθεστώτα αυτά αντιμετώπισαν ιδεολογικές κρίσεις, χαρακτηρίζονταν από καταπιεστικές κυβερνήσεις και διεφθαρμένες γραφειοκρατίες, πέρασαν οικονομική επιβράδυνση, προσπάθησαν να αναμορφώσουν τις αγορές τους ή βρίσκονταν σε στρατιωτικό ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ, όπως ακριβώς τα κομμουνιστικά καθεστώτα στην Ευρώπη και στην Ευρασία. Παρόλα αυτά τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής επέζησαν. Ο κύριος λόγος γι' αυτό είναι ότι τα καθεστώτα αυτά ποτέ δεν επιχείρησαν να εφαρμόσουν μία πολιτική φιλελευθεροποίηση όπως αυτή που εφαρμόσθηκε στην Σοβιετική Ένωση, η οποία απελευθέρωσε πολιτικές δυνάμεις οι οποίες τελικά υπερίσχυσαν του κράτους.

    Μία ακόμα σημαντική διαφορά έγκειται στην ικανότητα των καθεστώτων αυτών να κατευθύνουν τον εθνικισμό των κυρίαρχων εθνικών ομάδων και να τον χρησιμοποιούν ως νομιμοποιητική δύναμη σε βασικούς τομείς της κοινωνίας. Αντιθέτως, στα τέλη της δεκαετίας του '80, ο εθνικισμός όχι μόνο δεν αποτελούσε νομιμοποιητική δύναμη για τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Ευρώπης και της Ευρασίας, αλλά λειτούργησε ως κύρια πηγή απονομιμοποίησης και αντιπολίτευσης. Μάλιστα, ακόμα και ο Ρώσικος εθνικισμός απέτυχε να διασώσει τόσο τον κομμουνισμό, όσο και την Σοβιετική αυτοκρατορία. Ο εθνικισμός, δηλαδή, επέδρασε στην πτώση της ΕΣΣΔ όχι μόνο με την παρουσία του, αλλά και με την απουσία του.

    Θα ανέμενε κάποιος ότι οι Ρώσοι θα έσπευδαν να υπερασπισθούν τον Σοβιετικό κομμουνισμό καθώς αυτός γινόταν ευρέως αντιληπτός ως Ρωσικός κομμουνισμός και καθώς οι Ρώσοι κατείχαν δυσανάλογα μεγάλο αριθμό θέσεων ευθύνης στον κομματικό και κρατικό μηχανισμό σε σύγκριση με τις άλλες εθνότητες. Όμως, πολλοί Ρώσοι εστράφησαν κατά του Σοβιετικού καθεστώτος καθώς θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως θύματα του Σοβιετικού ιμπεριαλισμού και διεκδίκησαν την Ρωσική εθνική κυριαρχία. Η Ρωσική Σοβιετική ιντελιγκέντσια επιθυμούσε την φιλελευθεροποίηση, ενώ οι Ρώσοι των άλλων τάξεων και ειδικά της εργατικής διαμαρτύρονταν κατά της οικονομικής πολιτικής. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την τριχοτόμηση των Ρωσικών κινητοποιήσεων διαμαρτυρίας σε εθνικιστικές-συντηρητικές, φιλελεύθερες και εργατικο-οικονομικές. Υπ' αυτήν την έννοια η κινητοποίηση των Ρώσων διέφερε σημαντικά από εκείνη των άλλων εθνοτήτων της ΕΣΣΔ καθώς ήταν ασυνήθιστα διαιρεμένη.

    Οι Ρώσοι φιλελεύθεροι συμμάχησαν τελικά με τους μη-Ρώσους αυτονομιστές ενάντια στην Σοβιετική αποικιοκρατική επικυριαρχία. Επιδίωξαν την Ρωσική αυτοδιάθεση και εθνική κυριαρχία καθώς την θεωρούσαν ως απαραίτητη για την επίτευξη του εκδημοκρατισμού. Δεν θεωρούσαν, δηλαδή, τους εαυτούς τους ως εθνικιστές, αλλά ως αγωνιστές ενάντια στο κομμουνιστικό καθεστώς. Οι Ρώσοι εθνικιστές-συντηρητικοί ήταν πολύ διαιρεμένοι. Άλλοι πήραν αποστάσεις από το κομμουνιστικό καθεστώς και εξέφρασαν τα πρώτα αιτήματα για Ρωσική αυτοδιάθεση. Άλλοι τήρησαν μία αμυντική στάση υπέρ του ΚΚΣΕ και του κράτους. Όμως οι θέσεις τους δεν βρήκαν σημαντική απήχηση εντός της Ρωσίας, αλλά βρήκαν κάποια μεγαλύτερη απήχηση στις Ρωσικές κοινότητες της Βαλτικής και της Μολδαβίας. Δηλαδή, μέσω της «glasnost» υπονομεύθηκε σημαντικά η Ρωσική υποστήριξη για το κομμουνιστικό καθεστώς και εν τέλει οι Ρώσοι, επηρεασμένοι από το κύμα εθνικισμού γύρω τους, υιοθέτησαν το αίτημα της εθνικής κυριαρχίας.

    Το θεσμικό άνοιγμα που έλαβε χώρα με την εφαρμογή της «glasnost» από τα τέλη του 1986, αλλά ιδίως κατά το 1988 και το 1989, πολιτικοποίησε τον εθνικισμό σε διάφορα πλαίσια εντός της Σοβιετικής Ένωσης. Μάλιστα, ο Beissinger χαρακτηρίζει την «glasnost» και την πολιτική φιλελευθεροποίηση που προέκυψε από αυτήν ως τις «κρίσιμες θεσμικές συνθήκες» που επέτρεψαν την κατάρρευση του κομμουνισμού. Χωρίς αυτές, οι δυνάμεις που επέφεραν το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης δεν θα είχαν διαμορφωθεί, ούτε θα μπορούσαν να δράσουν. Αυτό ασφαλώς ήταν η αθέλητη συνέπεια αυτής της πολιτικής του Γκορμπατσόφ, ο οποίος ήθελε να μεταρρυθμίσει τον κομμουνισμό. Όμως, η «glasnost» διεύρυνε τον πολιτικό χώρο τον οποίον κατέλαβαν διάφορες κοινωνικές δυνάμεις και τον χρησιμοποίησαν προκειμένου να οργανώσουν αντιπολιτευτικές κινητοποιήσεις, να επαναδιαμορφώσουν θεσμούς και ταυτότητες και να αναλάβουν την εξουσία. Οι συγκρούσεις που προέκυψαν μεγέθυναν τις διαιρέσεις που υπήρχαν μέσα στο ΚΚΣΕ ως προς τον τρόπο αντιμετώπισής τους, προκάλεσαν την διάχυση των ανταγωνισμών και σε άλλες ομάδες οδηγώντας σε μεγάλη διασάλευση της τάξης εντός των θεσμών και, εν τέλει, έφεραν τον θρυμματισμό του Σοβιετικού κράτους σε εθνικά μέρη.

    Επομένως, η αντίδραση κατά του κομμουνισμού στην Ευρώπη και στην Ευρασία δεν ήταν μία απλή αντίδραση ενάντια σε ένα καταπιεστικό πολιτικό και κοινωνικό σύστημα, αλλά ήταν μία διεκδίκηση εθνικής ανεξαρτησίας απέναντι στην Σοβιετική κυριαρχία. Γι' αυτό κατά τον Beissinger ο εθνικισμός ήταν ένας θεμελιώδης παράγοντας για την κατάρρευση του κομμουνισμού στις χώρες που ήταν υπό την επικυριαρχία ή την επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης. Ασφαλώς, η πτώση του κομμουνισμού διευκολύνθηκε και από συγκεκριμένες δομικές συνθήκες όπως η θεσμική και ιδεολογική κρίση του Σοβιετικού κράτους, η σύντηξη κράτους και καθεστώτος, η καταπιεσμένη αίσθηση εθνοτικής δυσαρέσκειας η οποία υπήρχε σε πολλούς πληθυσμούς και η Σοβιετική κρατική επέκταση στο εξωτερικό. Επιπλέον, η εθνικιστική κινητοποίηση επηρεάσθηκε από παράγοντες όπως η αστικοποίηση της κάθε εθνότητας, το πληθυσμιακό μέγεθος της κάθε εθνοτικής ομάδας, τον βαθμό αφομοίωσης στην κυρίαρχη Ρωσική κουλτούρα και την εθνο-ομοσπονδιακή κατάσταση της κάθε εθνοτικής ομάδας.

    Μάλιστα, ο Beissinger υπογραμμίζει: «Κατά την κατάρρευση του κομμουνισμού ο ρυθμός των εξελίξεων ήταν από μόνος του ένας αιτιολογικός παράγοντας του αποτελέσματος, καθώς τα γεγονότα απλώς εξελίσσονταν πολύ ταχύτερα απ' ότι οι θεσμοί μπορούσαν να αντιδράσουν. Αυτό ήταν το πλέον εμφανές στα θέματα εθνοτήτων, για τα οποία οι συνταγές που υιοθέτησε ο Γκορμπατσόφ το 1988, το 1989 και το 1990 σύντομα ξεπεράσθηκαν ως αποτέλεσμα των μεταλλασσόμενων γεγονότων στην βάση. Η πλημμυρίδα του εθνικισμού προκάλεσε επίσης τεράστια σύγχυση και διαίρεση εντός των Σοβιετικών θεσμών, κάνοντας ακόμα πιο δύσκολη την εξεύρεση θεσμικών λύσεων στην πρόκληση της διατήρησης της ενότητας του Σοβιετικού κράτους».

    Όπως ορθά διευκρινίζει ο Beissinger: «Το να υποστηρίζεται ότι ο εθνικισμός ήταν ένας σημαντικός παράγοντας στην διαμόρφωση της κατάρρευσης του κομμουνισμού δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως ότι ο εθνικισμός «προκάλεσε» την κατάρρευση του κομμουνισμού. Η Ιστορία περιλαμβάνει περίπλοκες αιτίες, και θα ήμασταν άφρονες να περιορίσουμε μία σειρά γεγονότων τόσο πολύπλοκων όσο η κατάρρευση του κομμουνισμού εντός των ορίων ενός μόνου αιτιολογικού παράγοντα. Όμως θα ήμασταν επίσης άφρονες αν αγνοούσαμε την εθνική διάσταση στην πτώση του κομμουνισμού, όχι μόνο επειδή ήταν κεντρική στην δυναμική με την οποία υλοποιήθηκε αυτή η πτώση, αλλά επίσης γιατί θα παρανοούσαμε σοβαρά τις μετα-κομμουνιστικές πολιτικές και κοινωνίες χωρίς να φωτίζουμε την εθνική της διάσταση».

    Εν κατακλείδι, κατά τον Beissinger: «Όχι μόνον ο εθνικισμός κατείχε έναν κεντρικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίον η κατάρρευση του κομμουνισμού εκτυλίχθηκε, αλλά οι θεμελιώδεις συγκρούσεις ταυτοτήτων που διαμόρφωσαν την κατάρρευση παραμένουν υπαρκτές, εκδηλούμενες τώρα περισσότερο στο πλαίσιο των διακρατικών σχέσεων».

    Πηγές
    1. Beissinger Mark R. (2002) «Nationalist Mobilisation and the Collapse of the Soviet State», Cambridge: Cambridge University Press.
    2. Beissinger Mark R. (2009) «Nationalism and the collapse of Soviet Communism», Contemporary European History, vol. 18, no. 3, pp. 331-347.

    * Ο Γιάννης Κολοβός είναι επικοινωνιολόγος. Πλήρεις βιβλιογραφικές παραπομπές για το άρθρο αυτό υπάρχουν στο βιβλίο του με τίτλο «Εθνικός Κομμουνισμός & Εθνικός Μπολσεβικισμός: Ο παράγων «εθνότητες» και η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πελασγός».


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 30 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2011) του περιοδικού Patria.