Ο Έννιο Μορρικόνε των soundtracks και της αρχαιοελληνικής μουσικής

  • Δημοσιεύτηκε: 24 Σεπτέμβριος 2008

    Τρία χρόνια μετά την παρθενική του εμφάνιση στην Αθήνα, ο διάσημος Έννιο Μορρικόνε επιστρέφει στο Ηρώδειο στις 28 και 29 Σεπτεμβρίου 2008 όχι μόνο για να παρουσιάσει μια επιλογή από αριστουργηματικά soundtracks από το «Για μια χούφτα δολλάρια» μέχρι το νοσταλγικό «Σινεμά ο Παράδεισος». Αλλά και για την μεγάλη πρεμιέρα της νέας του συμφωνίας «Sicilio e altri frammenti» εμπνευσμένη από την αρχαιοελληνική μουσική. Μαζί του η Roma Sinfonietta Orchstra, η σοπράνο Σουζάνα Ριγκάτσι και η πιανίστρια Τζίλντα Μπούτα.

    O Mορρικόνε θεωρείται ο αυτοκράτορας της κινηματογραφικής μουσικής του 20ου αιώνα, και ο άνθρωπος που έφερε επανάσταση στην τέχνη του soundtrack. Ένα έργο που μετρά 600 κινηματογραφικά και τηλεοπτικά soundtrack και που τον έφερε σε συνεργασία με τους κορυφαίους σκηνοθέτες, όπως ο Σέρτζιο Λεόνε, ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι, ο Μπερνάντο Μπερτολούτσι, ο Ντάριο Αρτζέντο, οι αδελφοί Ταβιάνι, ο Μπράϊαν ντε Πάλμα και ο Τζιουζέπε Τορνατόρε.

    Γεννημένος στην Ρώμη στις 10 Νοεμβρίου 1928 άρχισε ήδη από τα 13 του να γράφει μουσική. Θα σπουδάσει τρομπέτα, σύνθεση, χορωδιακή μουσική και διεύθυνση χορωδίας στο Conservatory of Santa Cecilia, όπου πριν από αυτόν σπούδασε ο Νίνο Ρότα, o έτερος Ιταλός γίγαντας της κινηματογραφικής μουσικής. Το 1958 θα αναλάβει ενορχηστρωτής στο ποπ τμήμα της ιταλικής RCA Victor και θα συνεργασθεί με καλλιτέχνες, όπως η Ρίτα Παβόνε, ο Μάρια Λάντζα και η Μίνα. Μια δουλειά που θα την συνεχίσει ακόμα και όταν γίνει διάσημος.

    Το 1964 θα κάνει την συνάντηση που θα αλλάξει όχι μόνο την ζωή, αλλά και την πορεία του ίδιου του κινηματογράφου. Θα συναντούσε εκ νέου τον σκηνοθέτη Σέρτζιο Λεόνε και την επόμενη χρονιά θα έγραφε την μουσική για το «Για Μια Χούφτα Δολλάρια», την ταινία που ανέδειξε σε σουπερστάρ, έναν τότε σχετικά άγνωστο ηθοποιό, ονόματι Κλιντ Ήστγουντ. Η μουσική του για την ταινία ήταν τελείως διαφορετική από αυτήν που συνθέτες, όπως ο Ντμίτρι Τιόμκιν, έγραφαν για τα γουέστερν του Χόλλυγουντ. Συνδυάζοντας country ρίζες, παραδοσιακά όργανα από την Σικελία, surf κιθάρα αλά Dick Dale, το διάσημο σφύριγμα, φωνές, τσιρίδες, και όλα αυτά με μια διάχυτη μία ροκ ατμόσφαιρα, το soundtrack της ταινίας έγινε διεθνής επιτυχία μέσα σε μία βραδιά. Με αυτήν την ταινία ο Μορρικόνε θα γινόταν ο άνθρωπος που θα μετέτρεπε την κινηματογραφική μουσική σε ανεξάρτητη τέχνη και την επιλογή του συνθέτη σε σημαντικό παράγοντα της ταινίας, όσο και οι ηθοποιοί και ο σκηνοθέτης.

    Το «Για Μια Χούφτα δολλάρια» έβαλε τις βάσεις για μία από τις κορυφαίες συνεργασίας σκηνοθέτη και συνθέτη, που μπορεί να συγκριθεί με τις αντίστοιχες του Αϊζενστάϊν με τον Προκόβιεφ, του Φελλίνι με τον Νίνο Ρότα και του Άλφρεντ Χίτσκοκ με τον Μπέρναντ Χέρμαν. Ο Μορρικόνε θα έγραφε την μουσική και για τα υπόλοιπα «σπαγγέτι γουέστερν» του Λεόνε, όπως το «Ο Καλός, Ο Κακός και Ο Άσχημος», «Μονομαχία στο Έλ Πάσο» και «Κάτω τα Κεφάλια» (Α Fistful of Dynamite). Μάλιστα to 1968, ο Ούγκο Μοντενέγκρο (συνθέτης μουσικής για σήριαλ, όπως ο «Άνθρωπος της U.N.C.L.E.) θα έκανε διεθνή επιτυχία την διασκευή του στο μουσικό θέμα του «Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος». Για το «Για μια Φορά Στην Δύση» ο Μορρικόνε έγραψε το κλασσικό «Μan with the Harmonica», που έγινε επιτυχία πριν καν κυκλοφορήσει η ταινία.

    Από το 1965 μέχρι το 1985 ο Μορρικόνε θα γράψει αξεπέραστη μουσική για ταινίες, όπως η «Μάχη της Αλγερίας» του Ποντεκόρβο, ο «Πολίτης Υπεράνω Κάθε Υποψίας» και «Η Εργατική Τάξη πάει στον Παράδεισο» του Ελίο Πέτρι, το «1900» του Μπερτολούτσι και το «Χάος» των Αδελφών Ταβιάνι. Ήταν η περίοδος που έγραφε και για πολιτικοποιημένες ταινίες απαντώντας σε διάφορους κριτές του για το ότι έγραφε μόνο απολιτικές ταινίες. O «μαέστρο» θα γνώριζε διεθνή επιτυχία με το θέμα από το «Σάκκο και Βαντσέτι» του Τζουλιάνο Μοντάλντο, όπου χρησιμοποιούσε ηλεκτρονική μουσική. Eνώ το θέμα της ταινίας, το διάσημο «Ηere's to Υου» ήταν ερμηνευμένο από την γνωστή τραγουδίστρια της αμερικάνικης φολκ Τζοάν Μπαέζ.

    Υπήρχαν φυσικά οι γκανγκστερικές ταινίες, όπως ο «Επαγγελματίας» με τον Ζαν Πωλ Μπελμοντό για το οποίο έγραψε το διάσημο «Chi Mai», ένα κλασσικό κομμάτι του γαλλικού easy listening. Υπήρχε επίσης η «Συμμορία των Σικελών» με Ζαν Γκαμπέν, Αλαίν Ντελόν και Λίνο Βεντούρα. Ενώ ιδιαίτερη μνεία χρίει η μουσική του για «Κάποτε στην Αμερική» του Σέρτζιο Λεόνε, όπου συνδύαζε συμφωνική μουσική, ντίξιλαντ και τσάρλεστον και που έχασε ένα πιθανό Όσκαρ, γιατί ο Αμερικανός διανομέας της ταινίας ξέχασε να το προτείνει.

    Ο Έννιο Μορρικόνε υπήρξε υποψήφιος για Όσκαρ Μουσικής για τις «Μέρες Παραδείσου» του Τέρενς Μάλικ, την «Αποστολή» του Ρίτσαρντ Τζεφφρυ, τους «Αδιάφθορους» του Ντε Πάλμα, το Bugsy του Μπάρυ Λέβινσον και την «Μαλένα» του Τζιουζέπε Τορνατόρε. Όμως ποτέ δεν το πήρε.

    Από όλα τα soundtrack που έχει γράψει, το πιο αγαπημένο του είναι αυτό για την «Αποστολή» του Ρόλαντ Τζόφρε. Πρόκειται για την πιο ριζοσπαστική του δουλειά, όπου αναμείγνυε γρηγοριανούς ρυθμούς, έθνικ μουσικές, και ηλεκτρονικούς ήχους μεταφέροντας στο πανί και τα ηχεία των σαλονιών την ζούγκλα του Αμαζονίου. Για το «Φράντικ» του Πολάνσκι συνδύαζε γαλλικά βαλς όπου χρησιμοποιούσε ακορντεόν, με τζαζ, ηλεκτρονικούς ήχους και μουσική μυστηρίου αλά Μπέρναντ Χέρμαν. Τέλος η μουσική για το «Σινεμά ο Παράδεισος» του Τορνατόρε είναι ένα από τα πιο νοσταλγικά του soundtrack και τα πιο αγαπημένα.

    Η αγάπη για τον Μορρικόνε προέρχεται από όλους τους χώρους. Οι Ramones ξεκινούσαν τα πρώτα τους σόου με το θέμα από το «Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος». Ενώ οι Metallica χρησιμοποιούν το «Ecstasy of Gold» από την ίδια ταινία για τα σόου τους. O κλασσικός τσελίστας Yo-Yo Μa ηχογράφησε ένα δίσκο με κομμάτια του Μορρικόνε με τον «μαέστρο» να διευθύνει την ορχήστρα. Ο ίδιος ο Μορρικόνε ηχογράφησε ένα δίσκο με κομμάτια του με την μεγάλη τραγουδίστρια του πορτογαλικού «φάντο» Ντούλτσε Πόντες. Ο αβαντ-γκαρντίστας Τζων Ζορν ηχογράφησε το «The Big Gundown» με μουσικές του Μορρικόνε. Τέλος οι Portishead σάμπλαραν την μουσική από τα σπαγγέτι-γουέστερν για το ιστορικό τους ντεμπούτο Dummy.

    Με την αναβίωση του easy listening και του lounge στην δεκαετία του '90, ο Μορικόνε λατρεύτηκε ως συνθέτης πρωτοκλασάτης mood music που συνοδεύει φοβερές ταινίες στην σκοτεινή αίθουσα και χαλαρώνει στο σαλόνι του σπιτιού. Όλα αυτά βοήθησαν να διορθωθεί η μεγάλη αδικία για τις μουσικές του με το Όσκαρ για την συνολική του προσφορά το 2006.

    Έτσι ο ίδιος ο «μαέστρος», όπως τον αποκαλούν με μία διάθεση απότισης φόρου τιμής, σκέφτηκε εδώ και τρία χρόνια να οργανώσει το «πρότζεκτ» «Io Morricone», όπου διευθύνει την Συμφωνιέτα της Ρώμης, παρουσιάζοντας μία συνολική (αλλά και ταυτόχρονα επιλεκτική) παρουσίαση της μουσικής του. Με αυτήν την ορχήστρα μας επισκέφθηκε πριν τρία χρόνια και θα έρθει ξανά στις 28 και 29 Σεπτεμβρίου.

    Ειδικά όμως σημαντικό για τους Έλληνες είναι στην Αθήνα θα γίνει η μεγάλη πρεμιέρα του καινούργιου του έργου «Sicilo e altri frammenti», μια συμφωνία εμπνευσμένη από τα αποσπάσματα αρχαίας Ελληνικής μουσικής που υπάρχουν στο επιτύμβιο του Σεικίλου στα Άδανα της Μικράς Ασίας. Και τα οποία έχουν εμπνεύσει την μουσική του Μορρικόνε όλα αυτά τα χρόνια. Ένας επιπλέον λόγος για να βρεθεί κάποιος στην συναυλία του «μαέστρου» μαζί φυσικά με τα 600 soundtracks μιας ολόκληρης ζωής.

    * ο Γιώργος Πισσαλίδης είναι κριτικός κινηματογράφου και αυτήν την περίοδο συγγράφει το βιβλίο «Ο Σύγχρονος Κινηματογράφος της Δεξιάς».

    Κατηγορία: