Ομοτρόπως

  • Δημοσιεύτηκε: 08 Σεπτέμβριος 2012

    Έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας ακόμη. Αυτό σκεφτόμουν για το μέλλον και τις προοπτικές του ελληνικού εθνικιστικού κινήματος ακούγοντας τον εκπρόσωπο τύπου της Χρυσής Αυγής, βουλευτή Ηλία Κασιδιάρη, στις δηλώσεις του για την μοριοδότηση των μουσουλμανοπαίδων της Θράκης για την εισαγωγή τους στα ελλαδικά πανεπιστήμια: «Θα αγωνιστούμε μέχρι να καταργηθεί αυτή η διάταξη, η οποία αποτελεί ξεκάθαρο ρατσισμό σε βάρος των Ελλήνων».

    Ακούγοντας τον Ηλία Κασιδιάρη, ήρθε στο μυαλό μου η εικόνα του Σεμπαεδήν, της Εμινέ, του Μπεσήμ, του Ιδρίς, της Σαμπιχά, της Νουριέ και των εκατοντάδων άλλων, νέων στην πλειονότητά τους, συμπατριωτών μας μουσουλμάνων, που θαρραλέα και αποφασιστικά δίνουν την μάχη τους διατρανώνοντας εδώ και χρόνια την ελληνικότητά τους, ενάντια στο ανάλγητο ελλαδικό κράτος και στον επεκτατισμό της Άγκυρας. Πώς θα ένοιωσαν, άραγε, ακούγοντας έναν Έλληνα εθνικιστή βουλευτή να τους αποκλείει από τον κορμό του ελληνικού έθνους επειδή είναι μουσουλμάνοι;

    Ο ορισμός του έθνους υπό το ηροδότειο τρίπτυχο «όμαιμον-ομόγλωσσον-ομόθρησκον» σίγουρα ήταν πολύ ικανοποιητικός ως πρότυπο για τις αρχαίες ελληνικές πόλεις-κράτη, με την απόλυτη φυλετική, γλωσσική και θρησκευτική ομοιογένειά τους. Απεδείχθη επίσης ικανοποιητικός για τα δυτικοευρωπαϊκά εθνικά κράτη, αφού αυτά διακρίνονταν για την υψηλή ανάλογη ομοιογένειά τους και το πρότυπο αυτό, που εισήχθη και υιοθετήθηκε στην δυτική Ευρώπη με την Αναγέννηση, τους εξέφραζε απόλυτα.

    Ο ορισμός αυτός, όμως, του έθνους ήταν πλέον ανεπαρκής για το ελληνικό έθνος και αναντίστοιχος με την ιστορική του πορεία και βιώματα. Το ελληνικό έθνος, μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση των πατρίδων του, επιβίωσε επί σειρά αιώνων μέσα σε αυτοκρατορίες και σε περιβάλλοντα πολυθρησκευτικά, πολυγλωσσικά και πολυπολιτισμικά. Στον αγώνα που έδινε όλο αυτό το διάστημα για την αποφυγή της βιολογικής εξαφανίσεώς του, είχε απώλειες, αφού αρκετές πληθυσμιακές ομάδες του αναγκάστηκαν να αλλάξουν την γλώσσα τους ή την θρησκεία τους ή, σε κάποιες περιπτώσεις, και τα δύο.

    Το πρότυπο λοιπόν του έθνους δεν κάλυπτε αυτές τις περιπτώσεις και τις άφηνε έξω από τον εθνικό κορμό. Το πρότυπο αυτό υιοθετήθηκε, δυστυχώς, ως αντιδάνειο από την Δύση, από όλες τις μέχρι σήμερα εκφάνσεις του ελληνικού εθνικιστικού κινήματος. Κι όμως, οι θεμελιωτές του ελληνικού εθνικισμού, και ιδιαιτέρως δύο από τις μεγαλύτερες μορφές του, ο Περικλής Γιαννόπουλος και ο Ίων Δραγούμης, σαφέστατα δεν ασπάζονται αυτό το πρότυπο στα κείμενα και στις απόψεις τους.

    Έχοντας απόλυτη συνείδηση και επίγνωση της κατάστασης που διαμορφώθηκε για το ελληνικό έθνος, οι πρωτοπόροι αυτοί της εθνικιστικής σκέψης στην Ελλάδα, ανέδειξαν μέσα από έργο τους την αναγκαιότητα της προτάξεως μίας άλλης παραμέτρου προσδιοριστικής της έννοιας του έθνους: το ομότροπον, την κοινή δηλαδή αντιμετώπιση των ιστορικών προκλήσεων, την κοινή συμπεριφορά και του κοινού τρόπου ζωής όλων αυτών των ομοεθνικών ομάδων, ασχέτως των διαφοροποιήσεων που τους επέβαλαν ιστορικοί λόγοι και αιτίες. Το ομότροπον και το όμαιμον (που φυσικά δεν εξέλιπε και παρέμεινε ως δυναμική συνειδησιακή επιβεβαίωση της κοινής καταγωγής), λοιπόν, αποτελούν σήμερα τις προϋποθέσεις για την ένταξη μίας κοινωνικής ομάδας μέσα στον εθνικό κορμό.

    Το κοινό αυτό φυλετικό, πολιτισμικό και ιστορικό υπόβαθρο όλων των λαών που ζουν στα εδάφη που ανέκαθεν κατοικούσαν ελληνικά φύλα (ελλαδικός χώρος, χερσόνησος του Αίμου, παρευξείνιες χώρες, νότια Ιταλία, Κύπρος, Βόρεια Ήπειρος, Μικρά Ασία κ.λπ.) είναι αυτό που προσπαθεί να εκμεταλλευθεί (παραποιώντας φυσικά τα ιστορικά δεδομένα και την ιστορική αλήθεια) ο Νταβούτογλου παρουσιάζοντάς τα ως ... τουρκικά (οθωμανικά)! Κάτι που έπρεπε να το κάνουν οι φυσικοί κληρονόμοι αυτού του πλούτου, δηλαδή εμείς οι Έλληνες, κάτι που έπρεπε να αποτελέσει την αιχμή του δόρατος και την νέα Μεγάλη Ιδέα του Ελληνισμού, αφέθηκε, όπως πολλά άλλα, στα χέρια των εχθρών μας, για να το καπηλευθούν προς ίδιον όφελος.

    Το ελληνικό εθνικιστικό κίνημα δεν έχει κανένα δικαίωμα να χαρίσει τους τουρκόφωνους, λαούς της Μικράς Ασίας ή τους εξισλαμισμένους Έλληνες του Πόντου, ή τους τουρκόφωνους Γκαγκαούζους της Μολδαβίας ή τους μουσουλμάνους και αλλόγλωσσους Πομάκους, στον μεγαλοϊδεατισμό των κατακτητών και δυναστών όλων αυτών των περιοχών. Αλλά για να το πετύχει αυτό και να αναδείξει την ελληνικότητα πληθυσμών και εδαφών, πρέπει πρώτα να πείσει τον εαυτό του.

    Αλλά με συμπεριφορές και πρακτικές σαν του κ. Κασιδιάρη, ή ανάλογες με αυτές του κ. Βορίδη παλαιότερα, που έφτασε να αντιμετωπίσει την περίπτωση ενός τζαμιού στο πομακοχώρι της Σμίνθης σαν ένα κοινό παράνομο τζαμί στον Άγιο Παντελεήμονα ή στην Κυψέλη, αναμφίβολα συμπεραίνει κανείς ότι πράγματι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας ακόμη...