Μετανάστευση και Οικονομία: το τέλος του μύθου

  • Δημοσιεύτηκε: 03 Απρίλιος 2012

    Με την οικονομική παράμετρο του μεταναστευτικού προβλήματος της χώρας είχαμε ασχοληθεί αναλυτικά στο πρόσφατο παρελθόν (1). Στο άρθρο εκείνο είχαμε παρουσιάσει εκτενώς τα συμπεράσματα της έκθεσης της Διακομματικής Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής των Λόρδων η οποία εξέτασε τις οικονομικές επιπτώσεις της μετανάστευσης στην Βρετανία (2). Η Επιτροπή αυτή αποτελούνταν από 16 Λόρδους, μεταξύ των οποίων ήταν δύο πρώην υπουργοί Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ένας πρώην Διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, αρκετοί εξέχοντες οικονομολόγοι και διακεκριμένοι βιομήχανοι, και εξέτασε στοιχεία και γνώμες από πολλούς φορείς ειδικούς περί την μετανάστευση όπως πανεπιστημιακούς καθηγητές, την Τράπεζα της Αγγλίας, διάφορους Δήμους της χώρας, τον Βρετανικό Ιατρικό Σύλλογο, τον αρμόδιο Υπουργό για τα Σύνορα και την Μετανάστευση, την Επιτροπή Φυλετικής Ισότητας, την Συνομοσπονδία Βιομηχανιών, το υπουργείο Εσωτερικών, την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία και άλλους πολλούς.

    Προ διμήνου δημοσιοποιήθηκε μία νέα έκθεση η οποία επίσης καταπιάστηκε με την καταγραφή των επιπτώσεων της μετανάστευσης προς την Βρετανία (3). Η έκθεση αυτή συντάχθηκε από την Migration Advisory Committee (MAC), η οποία είναι συμβουλευτικό όργανο της Βρετανικής Κυβέρνησης σε θέματα μεταναστευτικής πολιτικής και της οποίας προεδρεύει ο καθηγητής του London School of Economics David Metcalf.

    Ποιών η ευημερία προέχει;

    Η έκθεση της MAC επικεντρώνεται σε τρία σημεία:

    • ποίου πληθυσμού η ευημερία θα πρέπει να αποτελεί κριτήριο για την χάραξη μεταναστευτικής πολιτικής και πώς θα αποτιμάται αυτή η ευημερία,
    • αν στην αγορά εργασίας υπάρχει υποκατάσταση Βρετανών εργαζομένων από μετανάστες προερχόμενους από χώρες εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και
    • πώς μπορούν να συμπεριληφθούν στην αξιολόγηση των επιπτώσεων της μετανάστευσης παράμετροι που δύσκολα αποτιμώνται χρηματικά (όπως π.χ. ο συνωστισμός, η εγκληματικότητα και η χρήση του εκπαιδευτικού συστήματος και των υπηρεσιών υγείας).

    Στο άρθρο αυτό θα παρατεθούν τα συμπεράσματα για τα δύο πρώτα σημεία καθώς το τρίτο είναι «τεχνικής» φύσεως.

    Αναφορικά με το πρώτο σημείο, η έκθεση της MAC δικαιώνει την άποψη της Διακομματικής Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής των Λόρδων (2) την οποία προωθεί και ένα βήμα παραπέρα. Η Διακομματική Επιτροπή τόνισε ότι «η οικονομική επίπτωση στον διαμένοντα πληθυσμό θα πρέπει να αποτελεί κεντρικό κριτήριο για την ρύθμιση της μετανάστευσης και της απασχόλησης εκείνων που προέρχονται από χώρες εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και των μη-αιτούντων άσυλο που επιθυμούν να έλθουν στην χώρα μας» (σελ. 9). Με το ίδιο σκεπτικό «μία αντικειμενική ανάλυση των οικονομικών επιπτώσεων της μετανάστευσης στην Βρετανία θα πρέπει να εστιάσει στις επιπτώσεις στον διαμένοντα (ή «προϋπάρχοντα») πληθυσμό στην Βρετανία» (σελ. 23). Επιπλέον, η Διακομματική Επιτροπή απέρριψε ως κριτήριο χάραξης μεταναστευτικής πολιτικής την αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕγχΠ) και προέκρινε την χρήση του κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ.

    Πιο συγκεκριμένα, οι Λόρδοι υπογράμμισαν: «Το ΑΕγχΠ - το οποίο μετρά την συνολική παραγωγή που δημιουργείται από μετανάστες και προ-υπάρχοντες κατοίκους στην Βρετανία - είναι ένα άσχετο και παραπλανητικό μέτρο για τις οικονομικές επιπτώσεις της μετανάστευσης στον διαμένοντα πληθυσμό. Το συνολικό μέγεθος μίας οικονομίας δεν αποτελεί δείκτη ευμάρειας ή του επιπέδου διαβίωσης των κατοίκων. Το κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ αποτελεί καλύτερο μέτρο από το ΑΕγχΠ γιατί λαμβάνει υπ' όψιν το γεγονός ότι η μετανάστευση αυξάνει όχι μόνο το ΑΕγχΠ αλλά και τον πληθυσμό επίσης. Από το να αναφέρεται στο συνολικό ΑΕγχΠ όταν συζητά τις οικονομικές επιπτώσεις της μετανάστευσης, η Κυβέρνηση θα πρέπει να εστιάσει στο κατά κεφαλήν εισόδημα (ως μέτρο του επιπέδου διαβίωσης) του διαμένοντος πληθυσμού» (σελ. 23). Τελικά, οι Λόρδοι κατέληξαν: «Δεν βρήκαμε κάποια συστηματικά εμπειρικά στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι η καθαρή εισροή μεταναστών δημιουργεί σημαντικά δυναμικά οφέλη για τον διαμένοντα πληθυσμό στην Βρετανία» (σελ. 26). Κατ' αυτούς: «Το γενικό μας συμπέρασμα είναι ότι τα οικονομικά οφέλη της θετικής καθαρής μετανάστευσης είναι μικρά ή ασήμαντα. Επομένως, η επιλογή πολιτικής θα πρέπει να βασισθεί σε άλλα κριτήρια, συμπεριλαμβανομένης της διαφορετικότητας και της κοινωνικής συνοχής και των θετικών ή των αρνητικών πλευρών ενός αυξανόμενου πληθυσμού» (σελ. 52).

    Η MAC (3) ομοίως απορρίπτει την θέση ότι από οικονομικής απόψεως η αυξημένη μετανάστευση είναι εξ' ορισμού επωφελής θεωρώντας ότι «στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα» (σελ. 44). Κατά την MAC «ακόμα και αν η μετανάστευση όντως αυξάνει το ΑΕγχΠ και τα δημόσια έσοδα, δεν αυξάνει αυτομάτως και την μέση ευημερία» (σελ. 47). Επομένως, για την χάραξη μεταναστευτικής πολιτικής «η επίπτωση στο κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ αποτελεί καλύτερο μέτρο αξιολόγησης για την λήψη αποφάσεων σε σύγκριση με την επίπτωση στο επίπεδο του ΑΕγχΠ» (σελ. 44). Μάλιστα, η MAC υπογραμμίζει ότι υπήρξε «ευρεία συμφωνία μεταξύ των πανεπιστημιακών ότι η μεγιστοποίηση του Βρετανικού ΑΕγχΠ δεν είναι, από την οπτική του οικονομολόγου, ένας ορθός στόχος για την μεταναστευτική πολιτική» (σελ. 44).

    Αναφορικά με το ποιού πληθυσμού η ευημερία θα πρέπει να αποτελεί κριτήριο για την χάραξη μεταναστευτικής πολιτικής, η MAC «δεν θεωρεί ότι είναι αυτονόητο ότι η ευημερία των μεταναστών θα πρέπει να τυγχάνει ίδιας βαρύτητας…με την εθνική ευημερία» (σελ. 47), ενώ υποστηρίζει ότι κριτήριο χάραξης της μεταναστευτικής πολιτικής θα πρέπει να είναι η Καθαρή Παρούσα Αξία (Net Present Value) «της συνολικής ευημερίας του διαμένοντος πληθυσμού» (σελ. 46).

    Οι επιπτώσεις στην αγορά εργασίας

    Ως προς το επιχείρημα υπέρ της μετανάστευσης για την κάλυψη κενών στην αγορά εργασίας, η έκθεση της Διακομματικής Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής των Λόρδων (2) είχε επισημάνει: «Παρ' όλο που ωφελεί εμφανώς τους εργοδότες, η μετανάστευση που γίνεται προς το συμφέρον μεμονωμένων εργοδοτών δεν είναι πάντα και προς το συμφέρον της οικονομίας συνολικά» (σελ. 33). Κατά τους Λόρδους: «Η Κυβερνητική πολιτική θα πρέπει να σκοπεύει να εξασφαλίσει ότι οι εργοδότες καταβάλουν προσπάθειες να προσλάβουν Βρετανούς ή άλλους εργάτες από τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο προτού στραφούν στους εκτός ΕΕ μετανάστες. Μέλημά μας είναι η αποφυγή διαμόρφωσης μίας συγκεκριμένης ζήτησης για μετανάστες εργαζόμενους η οποία θα βασίζεται στις χαμηλότερες προσδοκίες των μεταναστών αναφορικά με τους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας ή σε μία προτίμηση για εργατικό δυναμικό του οποίου η ελευθερία απασχόλησης στην Βρετανία θα περιορίζεται από το καθεστώς παραμονής του μετανάστη» (σελ. 35-36).

    Μάλιστα οι Λόρδοι υπογράμμιζαν ότι «η εύκολη πρόσβαση σε φθηνό μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό μπορεί να μειώσει τα κίνητρα των εργοδοτών να εξετάσουν άλλες δυνατότητες, και ειδικότερα την αλλαγή μεθόδων παραγωγής» (σελ. 38). Και όπως τόνιζαν «η μετανάστευση που χρησιμοποιείται προκειμένου να καλύψει βραχυπρόθεσμες ελλείψεις [εργατικού δυναμικού] μπορεί να έχει την ακούσια συνέπεια της δημιουργίας των συνθηκών που ενθαρρύνουν ελλείψεις ντόπιων εργαζομένων μακροπρόθεσμα» (σελ. 39).

    Κατά την Διακομματική Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής των Λόρδων: «Το επιχείρημα ότι η συνεχιζόμενη καθαρή εισροή μεταναστών είναι απαραίτητη προκειμένου να καλυφθούν κενές θέσεις εργασίας, και ότι οι μετανάστες κάνουν τις δουλειές που οι ντόπιοι δεν μπορούν ή δεν θέλουν να κάνουν, είναι εντελώς λανθασμένο. Αγνοεί τις δυνητικές εναλλακτικές απέναντι στην μετανάστευση προκειμένου να υπάρξει ανταπόκριση στις ελλείψεις εργατικού δυναμικού, συμπεριλαμβανομένων των προσαρμογών των τιμών σε μία ανταγωνιστική αγορά εργασίας και την συνακόλουθη αύξηση στην προσφορά ντόπιου εργατικού δυναμικού η οποία αναμένεται να προκύψει λόγω της απουσίας μετανάστευσης» (σελ. 39).

    Επιπλέον, οι Λόρδοι τόνιζαν: «Επιχειρήματα υπέρ της αυξημένης μετανάστευσης για να αφοπλιστεί η «ωρολογιακή βόμβα των συντάξεων» δεν αντέχουν στην κριτική καθώς βασίζονται στην παράλογη υπόθεση περί μίας στατικής ηλικίας συνταξιοδότησης, ενώ οι άνθρωποι ζουν περισσότερο, και αγνοεί το γεγονός ότι, με την πάροδο του χρόνου, και οι μετανάστες θα γεράσουν και θα πάρουν σύνταξη» (σελ. 46).

    Η MAC, προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, προέβη σε συγκεκριμένες εκτιμήσεις για την συσχέτιση μεταξύ μετανάστευσης και απασχόλησης των γηγενών. Τα ευρήματα της μελέτης της (3) έδειξαν ότι, με βάση τα στοιχεία της περιόδου 1995-2010, μία εφ' άπαξ εισροή 100 μεταναστών παραγωγικής ηλικίας γεννημένων σε χώρες εκτός ΕΕ συσχετίζεται με την μείωση της απασχόλησης 23 γηγενών. Σύμφωνα με την εκτίμηση αυτή η εισροή στην Βρετανία μεταναστών παραγωγικής ηλικίας γεννημένων σε χώρες εκτός ΕΕ συσχετίζεται με την εκτόπιση 160.000 Βρετανών εργαζομένων κατά την χρονική περίοδο 2005-2010 (σελ. 98). Μάλιστα, η αρνητική επίπτωση της εισροής 100 μεταναστών αυξάνεται σε 30 θέσεις εργασίας γηγενών σε περιόδους οικονομικής ύφεσης ενώ αντιθέτως μειώνεται σημαντικά σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η εισροή μεταναστών παραγωγικής ηλικίας από χώρες της ΕΕ δεν είχε στατιστικά σημαντική συσχέτιση με την απασχόληση των γηγενών κατά την ίδια περίοδο (σελ. 63).

    Άλλο ενδιαφέρον εύρημα από την μελέτη της MAC είναι το ότι οι προερχόμενοι από χώρες εκτός ΕΕ μετανάστες οι οποίοι βρίσκονταν στην Βρετανία για περισσότερο από πέντε έτη δεν συσχετίζονταν με εκτόπιση Βρετανών εργαζομένων. Αυτό βεβαίως μπορεί να σημαίνει ότι η κατάσταση στην αγορά εργασίας ενδέχεται να εξομαλύνεται μετά την παρέλευση πέντε ετών και άνω αλλά το θέμα είναι τι γίνεται με τους εκτοπισθέντες γηγενείς εργαζομένους και τις οικογένειές τους μέχρι να παρέλθουν τα έτη αυτά και να επέλθει η εξομάλυνση. Επιπλέον, άλλο ερώτημα που ανακύπτει είναι το αν επέρχεται ποτέ εξομάλυνση της αγοράς εργασίας όταν η εισροή μεταναστών δεν συμβαίνει άπαξ (όπως ορίσθηκε στο σενάριο της μελέτης της MAC), αλλά είναι συνεχής.

    Η περίπτωση της Ελλάδας

    Οι επισημάνσεις της έκθεσης τόσο των Λόρδων όσο και της MAC αποτελούν πραγματικό κόλαφο για το «φιλομεταναστευτικό» πανεπιστημιακό, πολιτικό και δημοσιογραφικό κατεστημένο της χώρας μας το οποίο μιλά για οικονομικά οφέλη της Ελλάδας από την μετανάστευση προβάλλοντας την αύξηση του ΑΕγχΠ αδιαφορώντας όμως για το κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ, αγνοώντας την επίπτωση της μετανάστευσης στον διαμένοντα πληθυσμό και υποβαθμίζοντας τις σημαντικές αναδιανεμητικές επιπτώσεις εις βάρος των ασθενέστερων οικονομικά τάξεων. Επιπλέον, τίθεται και το ερώτημα: όταν οι Βρετανοί ειδικοί ανακαλύπτουν σημαντική συσχέτιση μεταξύ της εισροής νόμιμων μεταναστών από χώρες εκτός ΕΕ και της εκτόπισης γηγενών εργαζομένων είναι δυνατόν στην Ελλάδα να μην καταγράφονται ανάλογες επιπτώσεις όταν μάλιστα η μετανάστευση προς την χώρα μας είναι μεγάλη σε αριθμό, συνεχής και σε συντριπτικό ποσοστό παράνομη;

    Οι σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις της παράνομης μετανάστευσης προς την χώρα μας τόσο στην αγορά εργασίας όσο και στις δαπάνες ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης έχουν επισημανθεί ακόμα και από την τρόϊκα, η οποία θέτει πλέον επιτακτικά επί τάπητος το μεταναστευτικό πρόβλημα της χώρας. Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα (4): «Κατά τις πληροφορίες, στις διαπραγματεύσεις που γίνονται τέθηκε από την τρόικα το ζήτημα της μεταναστευτικής πολιτικής και της μείωσης του πληθυσμού των μεταναστών που έχει συγκεντρωθεί στην Ελλάδα. Η τρόικα ζητεί μέτρα ενσωμάτωσης των μεταναστών στο ασφαλιστικό σύστημα και την αγορά εργασίας, αλλά όπως επισημάνθηκε αυτό προϋποθέτει να κλείσουν τα σύνορα για την είσοδο νέων μεταναστών στη χώρα. Οι ξένοι θεωρούν ότι, όσο συνεχίζεται το καθεστώς «μαύρης εργασίας» στη χώρα μας, δύσκολα θα αποκατασταθούν οι ισορροπίες που αναζητούνται στην αγορά εργασίας, η ροή εσόδων στα ασφαλιστικά ταμεία και εξίσου δύσκολα θα τεθούν υπό έλεγχο οι δαπάνες ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης που σήμερα επιβαρύνουν το ελληνικό δημόσιο. Όσο και αν τα τρία κόμματα θέλουν να αποφύγουν την αποκάλυψη των προτάσεων για την αντιμετώπιση του μεταναστευτικού προβλήματος, σοβαροί οικονομολόγοι που εμπλέκονται στη διαδικασία σύνταξης του νέου μνημονίου θεωρούν ότι η παράμετρος αυτή επηρεάζει όλες τις μελέτες και τα συμπεράσματα που άπτονται του κόστους εργασίας στην Ελλάδα, και συνδέονται με τα δημοσιονομικά ελλείμματα».

    Στο προαναφερθέν άρθρο μας του 2010 (1) είχαμε ασκήσει κριτική στην κατά την παρελθούσα 20ετία ακολουθηθείσα μεταναστευτική πολιτική στην Ελλάδα επισημαίνοντας: «Όταν το βασικό επιχείρημα το οποίο προβάλλεται για να δικαιολογήσει αυτήν την πολιτική (δηλαδή οι θετικές επιπτώσεις στην οικονομία) είναι τουλάχιστον αμφισβητούμενο (για να μην πούμε λανθασμένο) γιατί αυτή η πολιτική συνεχίζεται αβασάνιστα;». Επιπλέον, στο ίδιο άρθρο, υπογραμμίσαμε ότι «τα κριτήρια επιλογής μεταναστευτικής πολιτικής θα πρέπει να είναι εν πρώτοις η εθνική ασφάλεια και η κοινωνική συνοχή και δευτερευόντως οι ανάγκες της οικονομίας». Παρά την παρέλευση δύο ετών, τα ίδια ερωτήματα και οι ίδιες επισημάνσεις παραμένουν - δυστυχώς - ορθές και επίκαιρες.

    Παραπομπές
    1. Κολοβός Γιάννης «Οικονομικοί μετανάστες - Μελέτη: Όφελος ή ζημιά για τα κράτη που τους φιλοξενούν;», Στρατηγική, τ. 190, Ιούλιος 2010, σελ. 110-115.
    2. House of Lords Select Committee on Economic Affairs, 1st Report of Session 2007-08 “The Economic Impact of Immigration, Volume I: Report”, 1 April 2008, London: The Stationery Office.
    3. Migration Advisory Committee “Analysis of the impacts of migration”, January 2012 London: Migration Advisory Committee.
    4. Τσώλης Ζώης «Τα πέντε μέτρα και οι όροι του νέου μνημονίου που φέρνουν εκλογές», Το Βήμα online, 1/2/2012.

    * Ο Γιάννης Κολοβός είναι επικοινωνιολόγος. Τα δύο τελευταία του βιβλία «Μεταναστευτική πολιτική και ενσωμάτωση μεταναστών: η περίπτωση της Ελλάδας» και «Πολυπολιτισμικότητα; Όχι, ευχαριστώ!» εκδόθηκαν το 2011 από τις εκδόσεις «Πελασγός».


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 211 (Απρίλιος 2012) του περιοδικού «Στρατηγική».
    Κατηγορία: