Δημογραφικά πεθαίνουμε γρηγορότερα από ό,τι πιστεύετε

  • Δημοσιεύτηκε: 30 Ιούλιος 2015

    «Έτσι έπασχε κατά τους καιρούς μας η Ελλάδα, από πλήρη απαιδία και συλλήβδην ολιγανθρωπία, και αυτές οι πόλεις ερημώθηκαν, πτώση της παραγωγικότητας σημειώθηκε, χωρίς να έχουν συμβεί σε εμάς συνεχείς πόλεμοι ή να έχουν επιπέσει σε εμάς σοβαρές αρρώστιες. Πασιφανές είναι, ότι όποιο σπιτικό έχει έναν ή δύο γιους, εάν κάποια αρρώστια πάρει τον έναν τότε θα μείνει χωρίς κληρονόμους. Και λίγο-λίγο, σαν κυψέλες μελισσών, οι πόλεις γίνονται αραιοκατοικημένες και αδύναμες».
    Πολύβιος

    Όσο και αν ακούγεται παράξενο, η πιθανότητα χρεοκοπίας της χώρας μας είναι το μικρότερο κακό από αυτά που μας περιμένουν στο μέλλον. Το κυρίαρχο πρόβλημά μας δεν είναι οικονομικό, είναι δημογραφικό. Ή για να το θέσω καλύτερα, το δημογραφικό μας πρόβλημα ταυτόχρονα μετασχηματίζεται σε οικονομικό. Οποιοδήποτε άσσο και να βγάλει από το μανίκι του ο εκάστοτε υπουργός Οικονομικών, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Μία διαρκής και παρατεταμένη πτώση η οποία θα δημιουργήσει ταυτόχρονα και μία συνεχόμενη πτώση του βιοτικού μας επιπέδου. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Πώς φτάσαμε όμως, ως εδώ;

    Την χρονιά που η ταινία με τον Στάθη Ψάλτη «Βασικά, Καλησπέρα σας» έκανε την εμφάνιση της το 1982, η Ελλάδα για πρώτη φορά άρχισε να έχει λιγότερες γεννήσεις από ότι είναι απαραίτητο για να διατηρήσει τον πληθυσμό της στα ίδια επίπεδα. Τα 2,03 παιδιά ανά γυναίκα του 1982 έγιναν 1,3 μέχρι το 2013. Θεωρητικά, το 1,3 παιδιά ανά Ελληνίδα σημαίνει πως κάθε 70 χρόνια οι Έλληνες θα μειώνονται στο μισό. 33 χρόνια υπογεννητικότητας έχουν αφήσει τα σημάδια τους στην Ελληνική κοινωνία, όπως γίνεται φανερό απʼ τον πίνακα. Αν τραβούσαμε μια ίσια γραμμή από την ηλιακή ομάδα των 40ρηδων και φτάναμε έως τα νεογέννητα, αυτός θα ήταν θεωρητικά ένας ιδανικός πληθυσμός ο οποίος θα έμενε σταθερός. Βλέπουμε όμως, ό,τι στις νεότερες ηλικίες υπάρχει ένα χάσμα. Από 7.000 λιγότερους 30ρηδες μέχρι 476.000 λιγότερα παιδιά από 0-9 ετών.

    Για μια ομαλή και σταθερή ανανέωση γενεών, μετά από αυτές τις τρεις δεκαετίες υπογεννητικότητας, μας λείπουν 1,2 εκατομμύρια νέοι. 1,2 εκατομμύρια ψυχές που δεν υπήρξαν ποτέ, που δεν θα ερωτευθούν ποτέ, δεν θα διασκεδάσουν, δεν θα ομορφύνουν με την παρουσία τους τους δρόμους της χώρας μας, δεν θα καταναλώσουν, δεν θα εργαστούν και δεν θα πάρουν τα όπλα αν παραστεί ανάγκη. Μόνοι μας, έχουμε προκαλέσει μεγαλύτερες απώλειες πάνω στον εαυτό μας από ότι η Ναζιστική κατοχή και ο Εμφύλιος μαζί. Έχοντας αυτά κατά νου, καθώς επίσης και ότι ο μέσος Έλληνας σήμερα είναι 46 ετών, δεν είναι τυχαίο που η οικονομική κρίση μας χτύπησε το 2009 και όχι το 2020 ή το 2040. Ήρθε, ακριβώς την στιγμή που άρχισε να λιγοστεύει το εγχώριο εργατικό δυναμικό.

    Ο πίνακας, παρμένος από την στατιστική επετηρίδα της ΕΛΣΤΑΤ του 1994, δείχνει την πληθυσμιακή δομή της Ελλάδας το 1994. Φανταστείτε τις ηλικιακές γραμμές ως στρατούς, όπως του Σκωτσέζου William Wallace, οι οποίοι τρέχουν με χαρά προς την συνταξιοδότηση. Σαν κύματα σε μία θύελλα που δέρνουν την προκυμαία. Η Κατοχή, οι αρρώστιες και η μετανάστευση είχαν αδυνατίσει τις προηγούμενες γενιές ώστε η πλουσιοπάροχη συνταξιοδότησή τους, με αντάλλαγμα ψήφους, μπορούσε προσωρινά να γίνει ανεκτή από τις πολυπληθείς προηγούμενες γενιές όσο αυτές ακόμα εργάζονταν. Όταν στα μέσα του ʽ80 έσκασαν οι πρώτες μεγάλες ηλικιακές ομάδες που ζητούσαν σύνταξη, το οικοδόμημα άρχισε να κλονίζεται, μια και τα αποθεματικά των προηγούμενων ετών είχαν κατασπαταληθεί σε χαριστικές συντάξεις. Το 1994 μάλιστα, είχαμε φτάσει ένα βήμα πριν την αντίστοιχη σημερινή τρόικα.

    Το κακοφτιαγμένο βέλος πάνω στον πίνακα δείχνει το αναπάντεχο «δώρο» της Ναζιστικής κατοχής. Την περίοδο εκείνη, οι κακουχίες οδήγησαν στο να γεννηθούν και να επιβιώσουν λιγότερα παιδιά απʼ ότι συνήθως. Έτσι στις αρχές του 2000, όταν έφτασαν σε ηλικία συνταξιοδότησης, το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης μπόρεσε να αντέξει την είσοδό τους. Όχι μόνο αυτό, αλλά και οι 700 και πλέον χιλιάδες μετανάστες του 2001 (με βάση τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ) ήδη είχαν αρχίσει να δίνουν ανάσες ζωής, απαλύνοντας την πίεση πάνω στο σύστημα. Όταν το τσουνάμι των επόμενων γενεών κατέφθασε λίγα χρόνια αργότερα το 2009 έγιναν ορατά 5 πράγματα:

    • Tο εγχώριο εργατικό δυναμικό είχε φτάσει στο ανώτερο δυνατό σημείο το 2009 και θα άρχιζε οριστικά να πέφτει το 2010 λόγω της υπογεννητικότητας των προηγούμενων ετών.
    • Οι νέοι συνταξιούχοι ήταν υπερβολικά πολλοί και εισέπρατταν υπερβολικά μεγάλες συντάξεις για τα δεδομένα της Ελληνικής οικονομίας.
    • Δεν υπήρχαν λεφτά.
    • Δεν υπήρχαν αρκετοί μετανάστες για να καλύψουν την τρύπα.
    • Δεν υπήρχε πολιτική βούληση για περικοπές.

    Και έτσι μας ανέλαβε η τρόικα.

    Θα αναρωτηθεί κανείς: «Μα πόσο κόστος έχουν οι συντάξεις;» Παραπάνω από ότι φαντάζεται κανείς. Τα συνολικά κρατικά έσοδα του 2014 σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών έφθασαν τα 53-54 δις ευρώ. Σύμφωνα με την έκθεση του Υπουργείου Εργασίας (Ιανουάριος 2005) υπήρχαν 2.654.198 συνταξιούχοι οι οποίοι εισπράττουν 2.338.764.679,54 ευρώ τον μήνα. Δηλαδή 28 δις ευρώ (2 φορές τα έσοδα του ΦΠΑ), χωρίς να υπολογιστεί καν το κόστος της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Την στιγμή που σύμφωνα με το ΙΚΑ (Αύγουστος 2014) ο μέσος μισθωτός εισπράττει 1048 ευρώ τον μήνα τα οποία αποδίδουν 377 ευρώ εισφορές. Δηλαδή για πληρωθούν μόνο οι συντάξεις, όχι και η υγειονομική κάλυψη, θα χρειαζόμασταν 6,2 εκατομμύρια μισθωτούς! Τον Αύγουστο του 2014 είχαμε 3,6 εκατομμύρια μισθωτούς. Καταλαβαίνει κανείς πως, ότι λείπει από τις ασφαλιστικές εισφορές το πληρώνει το κράτος.

    Ακόμα και αν βρίσκαμε δουλειές στους 661 χιλιάδες ανέργους, θα χρειαζόμασταν 1,5 εκατομμύρια μισθωτούς ακόμα για να καλυφθούν οι δαπάνες των συντάξεων. Στον πίνακα, θα παρατηρήσει κανείς, ότι ενώ υπάρχουν 954 χιλιάδες λιγότεροι εργαζόμενοι τα τελευταία 5 χρόνια, οι άνεργοι είναι μόνο 661 χιλιάδες. Τι έχουν γίνει οι 300 χιλιάδες που λείπουν; Η πλειοψηφία από αυτούς έχει γεράσει ή έχει μεταναστεύσει. Δηλαδή το απόθεμα αυτών που μπορούν να εργαστούν εξαφανίζεται κατά 60 χιλιάδες άτομα το χρόνο. Μια εξέλιξη που δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για να την αντιστρέψουμε, εκτός αν στραφούμε προς την εισαγωγή μεταναστών.

    Το 2003 ο Hendrik Wuest, νέος πολιτικός στο Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα της Γερμανίας δήλωνε: «Το αρχαίο συμβόλαιο μεταξύ γενεών δεν ισχύει πια. Η γενιά που θα συνταξιοδοτηθεί τα επόμενα χρόνια έκανε πολύ λίγα παιδιά και πλέον δεν είναι λογικό η δική μας γενιά να συνεχίσει να χρηματοδοτεί τις συντάξεις και την περίθαλψή τους όπως γίνεται μέχρι σήμερα». Ο επίσης Χριστιανοδημοκράτης Philipp Missfelder, αρχηγός της νεολαίας του κόμματός αυτού το 2003 είπε: «Πρέπει να περικοπούν τα ιατρικά έξοδα της Κοινωνικής Πρόνοιας για τους ηλικιωμένους. Οι γέροι να χρησιμοποιούν πατερίτσες όπως παλιά, αντί να ζητούν αρθροπλαστική ισχίου». Στην Γερμανία, όπως και εδώ, αντιμετωπίζουν οξύτατο δημογραφικό πρόβλημα. Πριν φτάσουν σε αυτές τις λύσεις κάθισαν και σκέφτηκαν πώς θα τις αποφύγουν. Από το 2001 ακολουθούν το τρίπτυχο: ανταγωνιστικότητα, εξαγωγές, εισαγωγή τεχνικά καταρτισμένων μεταναστών.

    Στην Ελλάδα δεν το σκεφτήκαμε, ούτε το αποφύγαμε. Είμαστε χρεοκοπημένοι, με μία ρημαγμένη οικονομία, τεράστια ελλείμματα, και ελάχιστους διαθέσιμους πόρους. Το σημερινό ερώτημα Ευρωζώνη ή Χρεοκοπία, Ευρώ ή Δραχμή και τα 6 τουλάχιστον χρόνια μιας παρατεταμένης κρίσης χωρίς έξοδο διαφυγής έγιναν για ένα ακριβώς πράγμα. Να μην θιχτούν μισθοί και συντάξεις.

    Βλέπουμε όμως στον πίνακα πώς μισό εκατομμύριο άτομα, πριν φτάσουν τα 65 έτη, ήδη εισπράττουν σύνταξη γήρατος η οποία αναλογεί σε 7 δις περίπου. Η γενιά που βροντοφώναζε «Κάντε τόπο στα νιάτα!», δηλαδή η γενιά του Πολυτεχνείου την «έκανε» με ελαφρά πηδηματάκια, εισπράττοντας υψηλότερες συντάξεις από τους παλαιότερους, αφήνοντας για κληρονομιά στους νεότερους το χάος. Μια γενιά η οποία δεν έκανε όσα παιδιά χρειαζόταν για να πληρωθούν οι δικές τους συντάξεις. Αυτά τα 7 δις είναι που μας ζητούν να κόψουμε από την ΕΕ. Αυτά τα λεφτά είναι για τα οποία υπάρχουν 1,2 εκατομμύρια άνεργοι, που φαλίρισαν από τους φόρους τόσες και τόσες επιχειρήσεις, που πληρώνουμε περισσότερους φόρους στην κατανάλωση κ.τ.λ.

    Σε αυτό το σημείο μπαίνουν πολλά σκληρά και απάνθρωπα ερωτήματα:

    Α. Για να πληρωθούν τα 970 ευρώ σύνταξης κατά μέσο όρο ανά συνταξιούχο, χρειαζόμαστε εισφορές τριών μισθωτών των 1.000 ευρώ. Εφόσον οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν διαχειρίστηκαν σωστά τις ασφαλιστικές εισφορές του παρελθόντος, σημαίνει πως ο σημερινός συνταξιούχος, άσχετα αν έχει πληρώσει εισφορές η όχι, δεν εισπράττει από τα δικά του λεφτά (γιατί δεν υπάρχουν). Εισπράττει κλέβοντας τις εισφορές των νέων που εργάζονται. Αυτός που δεν έχει κάνει παιδιά δικαιούται να λαμβάνει τις εισφορές του δικού σου παιδιού; Γιατί να μην γίνει αναδιανομή των συντάξεων με βάση την γεννητικότητα των συνταξιούχων;

    Β. Όποιος από τους παλαιότερους όντως πλήρωσε ένσημα, πλήρωσε σε δραχμές, οι οποίες απαξιώθηκαν από τον πληθωρισμό. Το αντίτιμο που πλήρωσε ήταν για ασφαλιστική κάλυψη με τα μέσα της εποχής: δηλαδή θεραπεία με βδέλλες, τρυπανισμό, κινίνο, καλμαλίνη, Αλγκόν, βεντούζες και έμπλαστρα. Είναι δυνατόν να αποδίδεται στον οποιονδήποτε πλήρωσε ένσημα σε δραχμές σύνταξη σε ευρώ; Εφόσον πλήρωσε για βεντούζες γιατί να του προσφέρουμε θεραπεία και διαγνωστικά εργαλεία τελευταίας γενιάς;

    Γ. Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν έχουν προσφέρει ούτε 1 ευρώ σε ένσημα. Οι «κρατήσεις» είναι στην ουσία μια ευκαιρία στο κράτος να προβεί σε μείωση μισθού. Υποσχόμενο ότι θα σου προσφέρει ασφαλιστική κάλυψη και σύνταξη χάρη στους φόρους της ιδιωτικής οικονομίας. Δηλαδή με λεφτά άλλου. Αξίζουν σύνταξης και υγείας;

    Δ. Εφόσον πέρασες την ενήλικη ζωή σου υπερψηφίζοντας αυτούς που καταχράστηκαν τα δικά σου λεφτά, δικαιούσαι τα λεφτά άλλου;

    Σε καθεστώς χρεοκοπίας, η ορθολογική απάντηση αυτών των ερωτημάτων, δεν συμφέρει κανένα μας. Όλοι έχουμε έναν συνταξιούχο στην οικογένεια, ο οποίος σε αυτές τις δύσκολες μέρες, θυσιάζει τον χρόνο του, τις δυνάμεις του και το διαθέσιμο εισόδημα του για να βοηθήσει όπως μπορεί. Επίσης δεν γίνεται να πετάξουμε στα σκουπίδια χωρίς εισόδημα και χωρίς παροχή υγείας 2,6 εκατομμύρια συμπατριώτες μας όταν δεν έχουν όλοι το ίδιο μερίδιο ευθύνης και μερικοί έχουν στο πολλαπλάσιο αποδώσει αυτά τα λίγα που εισπράττουν σήμερα.

    Είτε με ευρώ, είτε με δραχμή, μία είναι η πραγματικότητα. Κάθε χρόνο θα έχουμε λιγότερους, καταναλωτές, λιγότερους εργαζόμενους και λιγότερη νέα γενιά. Μέχρι το 2070 από 9,9 εκατομμύρια Έλληνες που υπάρχουν σήμερα, αν όλα συνεχιστούν ως έχουν, θα έχουν απομείνει 5,4 εκατομμύρια. Σπίτια και διαμερίσματα θα μείνουν άδεια και δεν θα υπάρχει ψυχή να τα αγοράσει. Τα εισοδήματα, οι ασφαλιστικές εισφορές και οι εισπράξεις φόρων θα μειωθούν και αυτά με την σειρά τους. Μέχρι το 2025 η ετήσια μείωση του πληθυσμού θα φτάσει το 1% ετησίως. Οι υπάρχοντες μετανάστες, σε καθεστώς μόνιμης κρίσης θα φύγουν και αυτοί. Ήδη ο βασικός μισθός στην Ελλάδα δεν είναι αρκετά υψηλός για να προσελκύσει ξένο εργατικό δυναμικό. Ή τουλάχιστον εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό.

    Αν θέλουμε να επιβιώσουμε ως έθνος, θα πρέπει σήμερα και όχι αύριο, να αρχίσουμε να παίρνουμε μέτρα υπέρ της αύξησης της γεννητικότητας. Τα οποία κοστίζουν. Γιατί κοστίζουν; Στο παρελθόν, ένα επιπλέον παιδί σήμαινε ένα ζευγάρι χέρια στα χωράφια. Την σημερινή εποχή, ένα παιδί σημαίνει απώλεια εισοδημάτων και πτώση του βιοτικού επιπέδου. Θα πρέπει να κάνουμε να αξίζει τον κόπο να κάνει κανείς παιδί.

    Αν δίναμε 20.000 ευρώ εφάπαξ για κάθε γέννηση και 250 ευρώ τον μήνα μέχρι το παιδί να ενηλικιωθεί, το ετήσιο κόστος με τις 94 χιλιάδες γεννήσεις σήμερα θα ήταν 1,9 δις για το εφάπαξ και 282 εκατομμύρια κάθε χρόνο για τα επόμενα 18 χρόνια. Χρειαζόμαστε όμως τουλάχιστον 250 χιλιάδες γεννήσεις ώστε σε 20-25 χρόνια όταν αυτές οι γενιές μπουν στην αγορά εργασίας να δημιουργηθεί μια ασυγκράτητη οικονομική ανάπτυξη (υπό κατάλληλες συνθήκες φυσικά). Φανταστείτε 250.000 νέους εκπαιδευμένους εργαζομένους να ενσωματώνονται στην Ελληνική οικονομία κάθε χρονιά. Με τα παρόντα δεδομένα σημαίνει 3 δις μισθοί έτοιμοι να καταναλωθούν, 1,1 δις επιπλέον εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία.

    Το ανώτερο κόστος για αυτήν την πολιτική θα φτάσει τα 18,5 δις ευρώ. Σήμερα πληρώνουμε 28 δις συντάξεις ή 17 δις από τον κρατικό προϋπολογισμό για αποδοχές και συντάξεις. Τι τελικά θα διαλέξουμε ως λαός; Την ζωή ή τον θάνατο; Η απαισιόδοξη φύση μου λέει πως θα διαλέξουμε το δεύτερο. Σαν το τραγούδι του Townes Van Zandt «Waiting around to die».

    Κατηγορία: