Αφιέρωμα στους νέους και στους πάντοτε νέους

  • Δημοσιεύτηκε: 03 Ιανουάριος 2013

    Τι διαφέρει η νοσταλγία από το όνειρο; Θα έλεγα πως είναι η ίδια αίσθηση. Είναι όπως η κεντρομόλος δύναμη με την φυγόκεντρο δύναμη. Είναι το ίδιο άνυσμα με διαφορετική φορά. Προς τα μέσα η κεντρομόλος (νοσταλγία), προς τα έξω η φυγόκεντρος (όνειρο).

    Για να νοσταλγήσεις κάτι, θα πρέπει να το έχεις γνωρίσει. Να το έχεις ζήσει. Να σε έχει χαράξει. Για να ονειρευτείς κάτι, θα πρέπει να έχεις ακούσει γιʼ αυτό. Να έχεις πλάσει με το μυαλό σου έναν μύθο. Να σε έχει προκαλέσει να το ζήσεις.

    Και στην μία και στην άλλη περίπτωση, πρέπει να είσαι ένας άνθρωπος ξεχωριστός. Ικανός να νοσταλγείς και να ονειρεύεσαι. Να μην είσαι, όπως προσπαθούν να μας κάνουν οι υπ-άνθρωποι της παγκοσμιοποίησης, οπαδός της σιωνοτραφούς φιλοσοφίας του «ό,τι φάμε, ότι πιούμε και ότι αρπάξουμε». Ούτε ακόμη να αρκείσαι στο ευαγγελικό «τον άρτον ημών τον επιούσιον δωσʼ ημίν σήμερον», όπως αυτό το ερμηνεύουν όσοι δεν κατανοούν την διαφορά του «ζω» από το «βρίσκομαι».

    Εγώ, ας πούμε, νοσταλγώ τον καιρό που ο στρατός μας ήταν στελεχωμένος από παλληκάρια με πίστη στην Ελλάδα. Παλληκάρια που ήσαν έτοιμα να θυσιαστούν γιʼ αυτήν. Όμως ο 4ετής εύελπις, αρχηγός της Σχολής Ευελπίδων, που τιμωρήθηκε γιατί χαρακτήρισε την «υπόθεση Πολυτεχνείο» σαν «μπούρδες», δεν νοσταλγούσε, ονειρευόταν. Ονειρευόταν να έρθει ο καιρός που ο στρατός μας θα ήταν και πάλι στελεχωμένος από παλληκάρια με πίστη στην Ελλάδα. Παλληκάρια που θα ήσαν έτοιμα να θυσιαστούν γιʼ αυτήν.

    Ο πρόωρα χαμένος φίλος, Ντίνος Σχοινοχωρίτης, νοσταλγούσε την εποχή που αφήναμε το αυτοκίνητό μας στο δρόμο ξεκλείδωτο και κοιμόμασταν το καλοκαίρι με ανοιχτά παράθυρα, χωρίς να φοβόμαστε ότι θα μας κλέψουν οι διάφοροι λαθρομετανάστες. Ο γιος, όμως, της Κατερίνας Μπόμπου, δεν νοσταλγεί, ονειρεύεται. Ονειρεύεται να έρθει μια άλλη εποχή που θα μπορεί να αφήνει το αυτοκίνητο του στο δρόμο ξεκλείδωτο και να κοιμάται - το καλοκαίρι - με ανοιχτά παράθυρα, χωρίς να φοβάται ότι θα τον κλέψουν οι διάφοροι λαθρομετανάστες.

    Είναι φανερό πως η νοσταλγία και το όνειρο είναι οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος που το κοιτάνε ταυτοχρόνως (στημένο όρθιο, ανάμεσά τους) δύο άνθρωποι, καθισμένοι ο ένας απέναντι στον άλλο. Ίσως, έτσι να μπορούμε να δώσουμε έναν άλλο ορισμό του χρόνου έναρξης των γηρατειών.

    Είναι η στιγμή (χρονική περίοδος) όπου αρχίζουμε να ζούμε με νοσταλγία και αναμνήσεις, παύοντας να κάνουμε όνειρα και σχέδια για το μέλλον. Είναι η στιγμή που πρέπει να συνειδητοποιούμε ότι πρέπει να δώσουμε το τιμόνι στους νεώτερους. Και για να είμαι πιο σαφής, πρέπει να δώσουμε το τιμόνι σʼ εκείνους από τους νεώτερους που πιστεύουν και διακηρύσσουν ότι: «Η αυριανή Ελλάς ανήκει σʼ εμάς».

    Κατηγορία: