Ανισονομία

  • Δημοσιεύτηκε: 14 Ιούνιος 2003

    Δεν χρειάζεται να είναι κανείς νομικός για να διαπιστώσει την έκταση της αδικίας και της ανισονομίας στη χώρα μας. Ο νομιμόφρων πολίτης που σε κάθε βήμα της καθημερινότητάς του συναντά την απροκάλυπτη ατιμωρησία παραπτωμάτων ή ακόμη και εγκληματικών πράξεων, έχει πλέον εθισθεί στο φαινόμενο αυτό και δεν έχει καν την διάθεση, όχι μόνον να καταγγείλει απλά οποιαδήποτε παράβαση, αλλά και να διεκδικήσει τα έννομα συμφέροντά του, όταν αυτά απειλούνται ή πλήττονται.

    Η ολιγωρία αυτή δεν είναι ανεξήγητη ούτε αδικαιολόγητη. Δεν είναι ένα προϊόν αυτού που λέμε, ελληνική ή νεοελληνική ιδιοσυγκρασία. Αν κάποιος επιχειρούσε απλά να απαιτήσει τα όσα δικαιούται, δεν θα αργούσε να εισπράξει - ακόμη και από τις ίδιες τις αρχές - τους χαρακτηρισμούς του δικομανή, του συμπλεγματικού, του αργόσχολου και του καταδότη. Δεν είναι περίεργο λοιπόν που άνθρωποι με μορφωτικό επίπεδο και οικονομική επιφάνεια, που τους επιτρέπει να χρησιμοποιούν ένδικα μέσα, λαμβανομένου υπόψη και του χρονοβόρου μίας τέτοιας διαδικασίας, αν δεν σιγήσουν, επιζητούν λύση διά της αυτοδικίας, όπου «τους παίρνει».

    Αυτά συμβαίνουν στην «ευρωπαϊκή» Ελλάδα κατόπιν 20ετούς διακυβερνήσεως από το ΠΑΣΟΚ. Κανείς ωστόσο από τους ταχέως συρρικνουμένους «ευρωλάγνους» - άγγιζαν μέχρι προ διετίας το 90% - δεν επιθυμεί να αποποιηθεί των ανατολίτικων και τριτοκοσμικών συνηθειών του. Η υπαγωγή στο διευθυντήριο των Βρυξελλών δεν στάθηκε φυσικά αρκετή για να καλλιεργήσει «ευρωπαϊκές» συνήθειες και συμπεριφορές στους Έλληνες. Και πώς άλλωστε να συμβεί αυτό, όταν οι τελευταίοι δεν έχουν την σχετική παιδεία. Διά της επιφοιτήσεως φυσικά δεν γίνεται. Αρκέσθηκε λοιπόν ο ελληνικός λαός στην ταμπέλα του «Ευρωπαίου» και έκλεισε τα μάτια στην εγκληματικότητα και τα ναρκωτικά που επέφεραν οι εκ Βρυξελλών εντολές. Το έπραξε κατά τον ίδιο τρόπο που αρκέσθηκε στον «σοσιαλισμό» του ΠΑΣΟΚ.

    Η «νεοελληνική νοοτροπία» είναι προϊόν της κακής παιδείας. Η έλλειψη αποτελεσματικής διδασκαλίας της «Αγωγής του Πολίτου» και ο σοβιετικού τύπου βομβαρδισμός των μαθητών με προπαγανδιστικά αρχέτυπα και κλισέ έχουν οδηγήσει σε μία παθητική αποδοχή νόμων και αρχών, χωρίς όμως την στοιχειώδη ερμηνεία και ανάλυσή τους. Είναι κάτι αντίστοιχο με την παπαγαλιστί εκμάθηση της ιστορίας μας. Όσο λίγοι είναι οι νέοι που έμαθαν ιστορία στο σχολείο τους, τόσοι είναι και εκείνοι που είναι σήμερα σε θέση να αναγνωρίσουν την αξία του δικαίου και της υπάρξεως ηθικών κανόνων. Λογικό είναι λοιπόν να εφαρμόζουν τους νόμους μόνον από φόβο και άμα τη ελλείψει αστυνομεύσεως να τους παραβαίνουν.

    Η δε παλαιότερη γενεά βλέπει την πρότερη αντίληψή της περί δικαίου να διαψεύδεται και προβαίνει και αυτή σε αυθαιρεσίες και παραβάσεις. Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, η προσφάτως προστεθείσα στην ελληνική επικράτεια ομάδα κατοίκων, οι λαθρομετανάστες, πρωταγωνιστεί στην παραβατικότητα. Προερχόμενοι οι περισσότεροι από ολοκληρωτικά καθεστώτα ή παρακμάζουσες κοινωνίες, ελλείψει ελέγχου, βρίσκουν ευκαιρία να απολαύσουν ασύδοτα την ανωνυμία τους και να εξαντλήσουν όλα τα καταπιεσμένα απωθημένα τους, όχι μόνον για να προκόψουν, όπως η αριστερά διαδίδει, ως «οικονομικοί» μετανάστες, αλλά και για να ικανοποιήσουν τα αντιεξουσιαστικά συμπλέγματα που οι σοσιαλιστικές και θεοκρατικές κοινωνίες, από τις οποίες προέρχονται, τους καλλιέργησαν.

    Σε αυτήν την κατάσταση, το ελληνικό κράτος, κατ' εντολή πάντοτε της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και προς ικανοποίηση των γερμανικών σοσιαλιστικών ιδεοληψιών, απαντά με ανοχή (Toleranz). Κατά συνέπεια, οι παράνομοι μετανάστες καλούνται - μάταια βέβαια - να νομιμοποιηθούν εν λευκώ, ενώ η αστυνομία κάνει τα στραβά μάτια στις μυριάδες παραβάσεις τους, που είναι φυσικό επακόλουθο της παρανόμου υποστάσεως των τελευταίων και μόνον. Είδαμε λοιπόν έκπληκτοι προσφάτως, τους Έλληνες παρανόμους μικροπωλητές των Τεμπών (δεν μπόρεσαν να νομιμοποιηθούν παρά τα 20 χρόνια παρουσίας τους στην συγκεκριμένη αγορά), να διώκονται από τις τοπικές αρχές, παρουσία ισχυρής αστυνομικής δυνάμεως, την στιγμή που στην καρδιά του ελληνικού κράτους, την Πλατεία Συντάγματος, Αφρικανοί και Ασιάτες μικροπωλητές μετατρέπουν κάθε βράδυ την περί πολλού οδό Ερμού, το καμάρι του Αβραμόπουλου και του Λαλιώτη, σε γιουσουρούμ, τη ανοχή των δημοτικών και αστυνομικών αρχών.

    Φτάσαμε ήδη λοιπόν σε ένα σημείο, όπου το μέχρι πρότινος δεδομένο είναι το ζητούμενο. Είμαστε ήδη σε μία εποχή, όπου η εφαρμογή του δικαίου αποτελεί επανάσταση. Εμείς, που μιλάμε για φύλαξη των συνόρων και ενίσχυση της εθνικής αμύνης, είμαστε φασίστες, διότι τα σύνορα κατά τον κ. Πασχαλίδη είναι μία νοητή γραμμή που δεν μπορεί και δεν χρειάζεται να φυλαχτεί. Όταν δε μιλάμε για απέλαση των λαθρομεταναστών, ζητώντας ουσιαστικά την εφαρμογή του νόμου, είμαστε απάνθρωποι, ξενόφοβοι και ρατσιστές.

    Το πιο ανησυχητικό όμως είναι, ότι η απόσταση που χωρίζει αυτήν την ανισονομία από την απόλυτη ανομία, δεν φαντάζει και τόσο μακρινή, ειδικά όταν το κράτος αδυνατεί να διαφυλάξει την ασφάλεια του ηγέτη του από ένα απλό πρεζόνι. Αν οι Έλληνες πολίτες δεν σπεύσουν να απαιτήσουν την ανταπόδοση για όσα τους απομυζά το ελληνικό κράτος, αν δεν αντιληφθούν την αξία των νόμων, των αρχών αλλά και των παραδοσιακών ηθικών κανόνων και δεν εκφράσουν την αποδοκιμασία τους στην κατάργηση των ανωτέρω σε πολιτικό επίπεδο, θα βρεθούν σύντομα εκτεθειμένοι σε καταστάσεις, που μόνον από τον κινηματογράφο έχουν γίνει μέχρι τώρα γνωστές.