Όταν οι «Επίλεκτοι» ξεβρωμίζουν τις φαβέλες του Ρίο

  • Δημοσιεύτηκε: 17 Σεπτέμβριος 2008

    Προβάλλονται αυτήν την περίοδο οι «Επίλεκτοι», η ταινία του Χοσέ Παντίλλα, που προκάλεσε σάλο με την βράβευση της στο φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου. Και αυτό γιατί εξυμνεί τις Ειδικές Δυνάμεις της Βραζιλιάνικης Στρατιωτικής Αστυνομίας, κάνοντας τους «προοδευτικούς» να την αποκαλούν «φασιστική». Πρόκειται για μια άφοβη ματιά στον βίαιο κόσμο των «φαβέλας» του Ρίο ντε Τζανεϊρο, μέσα από τα μάτια του αρχηγού των BOPE (Επίλεκτη Μονάδα Αστυνομικών Αποστολών) Νασιμέντο (Βάγκνερ Μούρα), που αναλαμβάνει να τις ξεβρωμίσει από τους εμπόρους ναρκωτικών εν όψει της αφίξεως του Πάπα το 1997. Ενώ αναζητά αντικαταστάτη, μιας και σύντομα πρόκειται να γίνει πατέρας.

    Για το σενάριο της ταινίας, ο πρώην ντοκουμενταρίστας Μπατίλλα συνεργάσθηκε με τον βραβευμένο με Όσκαρ σεναριογράφο της «Πόλης του Θεού», Μπραούλιο Μαντοβάνι. Αντίθετα όμως από την «Πόλη του Θεού», που υιοθετούσε την άποψη των εμπόρων ναρκωτικών, οι «Επίλεκτοι» βλέπουν τα πράγματα από την σκοπιά της αστυνομίας. Όπως έλεγε και σε μια συνέντευξη του ο Παντίλλα: «Βαρεθήκαμε να βλέπουμε ταινίες που ηρωοποιούν τους εμπόρους ναρκωτικών και είπαμε να δούμε τα πράγματα από την πλευρά της αστυνομίας». Ενώ διάλεξε ως βάση της ταινίας την «Επίλεκτη Διμοιρία», γραμμένη από τον κοινωνιολόγο Εντουάρντο Σοάρες και τους αρχιφύλακες της BOPΕ, Αντρέ Μπατίτα και Ροδρίγο Πιμεντέλ.

    Στην ταινία ο Παντίλλα χρησιμοποιεί την off-screen διήγηση (όπου η δράση προϊδεάζεται και σχολιάζεται εκτός κάδρου). Μια τεχνική που παραπέμπει στο φιλμ νουάρ, αλλά που κάπου αδυνατίζει την ταινία. Η ηθική του Νασιμέντο παρουσιάζεται άκαμπτη και από την αρχή μας κάνει γνωστό όχι μόνο τον κόσμο όπου ζει και δουλεύει, αλλά και το ηθικό του δίλημμα: «Ένας αστυνομικός είτε είναι διεφθαρμένος και δεν κάνει τίποτα, είτε ανοίγει πόλεμο. Εγώ και οι άνδρες μου διαλέξαμε το τελευταίο». Για αυτόν διαφθαρμένοι αστυνομικοί και έμποροι είναι το ίδιο κακοί. Κλασσικός έχει μένει ήδη ο διάλογος στην αρχή του έργου ανάμεσα σε αυτόν και έναν από τους άνδρες του. «Δεν μπορώ να πυροβολήσω, γιατί αν πυροβολήσω τον έμπορο, θα κτυπήσω και τον Φάμπιο (τον διεφθαρμένο αστυνομικό)». «Τότε κάντο!». Ενώ δεν διστάζει να απαντήσει στην βία των εμπόρων με ακόμα πιο βίαιες μεθόδους ανάκρισης. Όπως λέει και ο ίδιος, όσο οι έμποροι κουβαλούν όπλα, τέτοιες μέθοδοι είναι αναγκαίες.

     

    Ναρκωτικά και Αριστερά

    Όμως ο Νασιμέντο ψάχνει για αντικαταστάτη και θα πρέπει να τον διαλέξει ανάμεσα στον ενστικτώδη Νάτο και τον ορθολογιστή Ματίας. Αν και ο ίδιος θα προτιμούσε έναν τρίτο που να έχει τα καλά και των δύο. Από εκεί και μετά η ταινία ακολουθεί την τεχνική του φλας μπακ. Ο πρώτος αναλαμβάνει να είναι επιτηρητής του τεχνικού τμήματος (αυτοκινήτων) της αστυνομίας και σιγά-σιγά διαφθείρεται από το σύστημα των παλαιοτέρων.

    Από την άλλη, ο Ματίας (Αντρέ Ραμίρο) ανήκει σε αυτούς που πιστεύουν ότι αφού ξέρει τον νόμο μπορεί και να τον εφαρμόσει χωρίς να ξέρει την έκταση της διαφθοράς της αστυνομίας. Για να πολεμήσει το έγκλημα θα γραφτεί (ως μυστικός) στην νομική μιας και το όνειρο του είναι να γίνει ποινικολόγος. Εκεί θα του δοθεί η ευκαιρία να γνωρίσει τον λαμπρό κόσμο των πλουσιόπαιδων με κοινωνική συνείδηση (βλέπε Αριστερά) που είναι υποχείριοι του Μπαϊάνο, του βαρώνου ναρκωτικών της περιοχής. Ενώ θα κάνει σχέση με την πλούσια αριστερή Μαρία (Φερνινάντα Ματσάντο). Εκπληκτική είναι η περιγραφή του αριστερού κόσμου από τον Παντίλα, αλλά πιο θανατηφόρα είναι τα σχόλια του Νασιμέντο: «Δεν μπορούσε να φτιάξει μία Μη Κυβερνητική Οργάνωση χωρίς υποστήριξη από τον βαρώνο ναρκωτικών». Ή «Πόσα παιδιά χάνουμε από τα ναρκωτικά για να μπορούν τα πλουσιόπαιδα να καπνίζουν τσιγαριλίκι;»

    Υπάρχει μια σκηνή που περνάει απαρατήρητη σε όσους δεν ξέρουν καλά την σύγχρονη πολιτική ιστορία της Βραζιλίας. Είναι η σκηνή όπου οι ακτιβιστές της ΜΚΟ, όπου ο βαρώνος Μπαίάνο κάνει κουμάντο, προτείνουν στον Ματίας να ψηφίσει στις εκλογές κυβερνήτη τον σοσιαλιστή υποψήφιο. Αυτή η συμμαχία αριστερών και βαρώνων δεν ήταν συμπτωματική. Όταν το 1983 στην διάρκεια του στρατιωτικού καθεστώτος ο σοσιαλιστής Λουίζι Μπριζόλα έγινε κυβερνήτης του Ρίο ντε Τζανέιρο, πίστευε ότι πολλοί νόμοι αντιμετώπισης του εγκλήματος ήταν αυταρχικοί και καταπιεστικοί και τους κατάργησε. Ενώ διέταξε την αστυνομία να φέρεται μαλακά αυτούς που συλλαμβάνουν στις φαβέλες. Αυτό όμως μετέτρεψε τις φαβέλες σε φέουδο της μαφιόζικης οργάνωσης «Κόκκινη Διοίκηση» που δημιουργήθηκε από συμμαχία βαρώνων και έγκλειστων μελών των αριστερών παρακρατικών μιλίτιας. Στην ταινία ο Μπαϊάνο είναι ο αρχηγός της Κόκκινης Διοίκησης που όπως λέει στην Μαρία είναι αυτός που φέρνει την ηρεμία στην φαβέλα και όχι η αστυνομία. Με άλλα λόγια, ο Παντίλα δείχνει ότι οι αριστερές απόψεις για την αντιμετώπιση του εγκλήματος φέρνουν  ατιμωρησία και οι βαρώνοι τις στηρίζουν έμπρακτα για να μπορούν να δρουν άφοβα.

    Επίσης σε μια άλλη σκηνή, ο Ματίας διαφωνεί με τους αριστερούς που κατηγορούν την αστυνομία ότι ταλαιπωρεί τους φτωχούς που είναι αναγκασμένοι να κλέβουν. Βέβαια ούτε ο Νασιμέντο ούτε ο Παντίλα δέχονται κάτι τέτοιες απόψεις και γρήγορα βλέπουμε ποιοι είναι πράγματι αυτοί που υπερασπίζονται οι αριστεροί.

     

    Η νεολαία, η ΒΟΡΕ και οι «προοδευτικοί»

    Η εκπαίδευση της ΒΟΡΕ είναι «όλα τα λεφτά». Σε αυτήν το σύνθημα είναι: «Τσάκισε τους αδύνατους. Τιμώρησε τους διεφθαρμένους». Όπως λέει κάποια στιγμή στον Φάμπιο: «Εσύ δεν κάνει να φοράς την στολή των ΒΟΡΕ. Το σώμα απαιτεί ακεραιότητα και εσύ δεν την έχεις. Εσύ ανήκεις στους νταβατζήδες και τις πόρνες. Ανήκεις στις κλινικές εκτρώσεων». Και μόνο για αυτήν την φράση, o Νασιμέντο θα αγαπηθεί από τους συντηρητικούς της Αμερικής. Όμως από την άλλη ο ίδιος νοιώθει ενοχές για τον θάνατο ενός τσιλιαδόρου που η αστυνομία δεν προστάτεψε. Ενώ την ίδια στιγμή, η ταινία δείχνει τα άγχη και την χάλια ψυχολογική κατάσταση του, αφαιρώντας του τον τίτλο του σούπερ ήρωα.

    Αξίζει να πούμε ότι στην Βραζιλία κάθε φορά που στην οθόνη «έπαιζε» ανάκριση με την μέθοδο της σακούλας, οι νεολαίοι χειροκροτούσαν με τον ίδιο φανατισμό που οι Έλληνες χειροκροτούσαν στους «300». Κάτι που σημαίνει ότι η νεολαία θέλει τους αστυνομικούς ήρωες και αδιάφθορους, και όχι πιονάκια των βαρόνων ή των πολιτικών που τους στηρίζουν.

    Αντίθετα οι περισσότεροι «προοδευτικοί» κριτικοί έχουν εξοργισθεί με την εξύμνηση της ΒΟΡΕ και των μεθόδων της και αποκαλούν την ταινία “φασιστική”. Μάλιστα το περιοδικό Variety, η βίβλος του Χόλλυγουντ, έγραψε: «Μια μονότονη εξύμνηση της βίας που γίνεται για το καλό της κοινωνίας. Ενώ φαντάζει σαν κάλεσμα για κατάταξη σε φασιστικά καθάρματα». Κατηγορίες στις οποίες ο Παντίλα απαντά: «Αν σκεφθεί κανείς ότι ταινίες όπως ο «Ταξιτζής» και η «Αποκάλυψη Τώρα» έχουν αποκληθεί «φασιστικές», τότε είμαι σε καλή παρέα». Κάποιοι μάλιστα στο Φεστιβάλ του Βερολίνου θέλησαν να προκαταλάβουν την επιτροπή γράφοντας «πως είναι δυνατόν ένα Φεστιβάλ με πρόεδρο τον Κώστα Γαβρά να βραβεύσει μία ταινία που εξυμνεί τον φασισμό;» Όμως κάτι τέτοιες ηλίθιες απόψεις δεν πτόησαν καθόλου τον Γαβρά, που έδωσε την Χρυσή Άρκτο στους «Επίλεκτους». Εκείνος σίγουρα ήξερε καλλίτερα από τους θολοκουλτουριάρηδες.

    * ο Γιώργος Πισσαλίδης είναι κριτικός κινηματογράφου και αυτήν την περίοδο συγγράφει το βιβλίο «Ο Σύγχρονος Κινηματογράφος της Δεξιάς».


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 13ης Σεπτεμβρίου 2008 της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος.

    Κατηγορία: