«Το άσχημο και μπάσταρδο εθνικό πρόσωπο των Ελλήνων»

  • Δημοσιεύτηκε: 27 Μάιος 2007

    Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα μέτωπα τριβής και αντιπαραθέσεως, είναι η υπόθεση του σχολικού εγχειριδίου Ιστορίας της 6ης Δημοτικού. Μάλιστα, διαρκεί μεγάλο διάστημα χωρίς να φθείρεται η προσοχή. Απασχολεί δε, πολύ κόσμο, πολλούς φορείς, παράγοντες όχι μόνο του πολιτικού ή ακαδημαϊκού βίου. Τελευταίο επεισόδιο σε εκδήλωση υπό την αιγίδα του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, δηλώσεις κάποιων αστέρων της «εκσυγχρονιστικής» πλευράς. Οι αστέρες αυτοί, συνεχίζουν με άριστη και ζηλευτή φυσική κατάσταση το παιδαγωγικό τους έργο. Λεπτομέρειες αυτού του τελευταίου επεισοδίου ήταν διαθέσιμες στην ιστοσελίδα του «Αντίβαρου».

    Μάθαμε ότι η κ. Ρεπούση παραμένει πεισματικά προσκολλημένη στην θέση της για διάλογο και επαναπροσδιορισμό τής διδασκομένης ύλης τού περιβόητου εγχειριδίου. Επιπρόσθετα, με ιδεολογική συνέπεια ινστρούχτορα στα παλιά και καλά χρόνια τής Σοβιετικής Ένωσης, δεν λέει να κουνήσει ρούπι από τις επιταγές του κομματικού σχηματισμού στον οποίον ανήκει. Το πρόσφατο διαμαντάκι της ήταν ότι ελπίζει το βιβλίο της Ιστορίας της 6ης Δημοτικού να είναι ακόμη «λιγότερο ελληνοκεντρικό». Δεν είναι τόσο σημαντικό να αναλυθούν πολιτικά νοήματα στην δήλωση αυτή. Επιβάλλεται όμως να αναφέρουμε ότι άξια θαυμασμού είναι η επιμονή της ή ίσως εμμονή της σε απόψεις μάλιστα τόσο ξένες με την πλειονότητα του λαού. Η περίπτωση αυτή, μέρος τόσων πολλών ανάλογων, μετά από αρκετά χρόνια θα αποτελεί σημείο κνησμού του τριχωτού της κεφαλής των ιστορικών. Πώς συνέβη δηλαδή σε μία κοινωνία τόσο αφοσιωμένη στις παραδοσιακές αξίες (βλ. μετρήσεις Ευρωβαρομέτρου) να κηδεμονεύεται, να καπελώνεται από μία όχι ακριβώς μειονότητα, αλλά ομάδα, διαμετρικά αντίθετης ιδεολογίας.

    Στην ίδια εκδήλωση ο έτερος της παρέας, ο κ. Λιάκος. Φανταστείτε την εκδήλωση αυτή, μία εκδήλωση στην οποίαν ένας άτυπος διαγωνισμός «προοδευτισμού» διακατέχει κάθε παρευρισκόμενο. Ενθουσιασμένος λοιπόν ο κ. Λιάκος, ξεσπαθώνει κατά της συντήρησης. Μεταξύ άλλων, παροτρύνει τους δασκάλους αντί να ενισχύουν την εθνική ταυτότητα, να δίνουν στους μαθητές τους τα εφόδια για να επιλέγουν οι ίδιοι την ταυτότητα τους. Κάποιοι ακροατές του, παριστάμενοι, ίσως να κατάλαβαν, άλλοι ίσως όχι. Ωστόσο, αυτή η ευθεία βολή κατά του Συντάγματος, ενός άρθρου του Συντάγματος, μαρτυρά, επιδεικνύει συγκεκριμένες δημοκρατικές ευαισθησίες του διατυπώσαντος την ντιρεκτίβα-παραίνεση. Ο οποίος κατά τα άλλα, πολύ ευχάριστα αναλαμβάνει ρόλο τιμητή της δημοκρατικότητας των άλλων, κυρίως δε των κρινόντων το βιβλίο της 6ης Δημοτικού.

    Η έξαψη του κ. Λιάκου τον έκανε να αφήσει κι αυτός το διαμαντάκι του. Διαμαντάκι πού μάς δημιουργεί έναν ιδιαίτερο προβληματισμό: Όλον αυτόν τον καιρό, οι υπερασπιστές τού βιβλίου αφήνοντας στην άκρη επί της ουσίας επιχειρήματα, συλλήβδην απέρριπταν τις ενστάσεις των πολεμίων του εγχειριδίου χαρακτηρίζοντάς τους ως νοικοκυρές. Αναρμοδιότητα των μεν, εξού και η απαξίωση των δε. Δεν δικαιούσθε διά να ομιλήτε, μόνον ημείς οι επαΐοντες δικαιούμεθα να φέρωμε άποψη, αυτή ήταν η μόνιμη επωδός των υπερασπιστών τού βιβλίου. Ας υποθέσουμε (παραβλέποντας αυτήν την αντιδημοκρατική, ξεκάθαρα αριστοκρατική θεώρηση των πραγμάτων) ότι είχε δίκιο ο κ. Λιάκος και οι συν αυτώ. Ορθώς χαρακτήριζαν νοικοκυρές τους διαμαρτυρομένους περί του βιβλίου του «συνωστισμού». Τώρα, αλήθεια, ο κ. Λιάκος με τι φόντα, με τι υπόβαθρο, με τι περγαμηνές, αμφισβητεί το άρθρο 16 του Συντάγματος, το οποίο επιτάσσει την ενίσχυση τής εθνικής ταυτότητας των μαθητών; Δεν του πρέπει - βάσει της λογικής του αποκλεισμού των νοικοκυρών από την έκφραση άποψης - μία βόλτα στα μαγαζιά, σε είδη προικός, προς αναζήτηση ειδών κουζινικής; Προφανώς. Είναι πραγματικά απολαυστικό να παρακολουθείς τον αμοραλισμό αυτών των ανθρώπων καθώς επικαλούνται επιχειρήματα και νοοτροπίες τα οποία προηγουμένως έχουν μετά βδελυγμίας αποκηρύξει.

    Απόλαυση να παρακολουθείς. Προφανώς επειδή η εν λόγω εκδήλωση είχε μία ασταμάτητη ροή αστέρων. Η κ. Φραγκουδάκη ακούστηκε να χαρακτηρίζει ως ρατσιστική κάθε επίκληση, κάθε αναφορά τής προσφοράς τής κλασσικής Ελλάδος στον ευρωπαϊκό πολιτισμό διότι έτσι «οι σύγχρονοι Έλληνες θέλουν να κρύψουν το άσχημο και μπάσταρδο εθνικό τους πρόσωπο». Ίσως να πρέπει - ίσως και όχι - να παραθέσει κάποιος, απόψεις σπουδαίων προσωπικοτήτων όλων των εποχών να διατυπώνουν θέσεις για την καταλυτική προσφορά του ελληνικού πνεύματος στον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Ο Μενέλαος Παγουλάτος έχει επιμεληθεί ενός ωραίου ανθολογίου, υπάρχουν επίσης πλήθος άλλων σχετικών με το θέμα, βιβλίων. Θα είναι περιττολογία να αναφερθούν, ο μεσουρανημένος ήλιος δεν έχει ανάγκη μαρτύρων για την φωτοσύνθεση των φυτών, γίνεται χωρίς μεσάζοντες.

    Αντιστοίχως, η εν λόγω καθηγήτρια δεν έχει την δυνατότητα και την βούληση να πειστεί για τα αυτονόητα. Γιατί όμως συμβαίνει κάτι τέτοιο, ποια η αιτία; Δεν είναι απαίδευτη, γνωρίζει την αλήθεια, ξέρει πολύ καλά πόσο συνείσφερε ο Έλληνας στην Ευρώπη. Η κ. Φραγκουδάκη - ανομολόγητα - είναι (βάσει των δικών της κριτηρίων) «ρατσίστρια». Το πρόβλημα έγκειται στο γιατί αυτή η στάση. Τι μπορεί να συμβαίνει, τι μπορεί να κάνει κάποιον να εχθρεύεται κάτι τόσο πολύ ώστε να το εξισώνει με τον «ρατσισμό»; Προφανώς το σύνδρομο του μικρότερου αδελφού. Ο μεγαλύτερος διαπρέπει κάπου και συνεχώς με έπαρση αναφέρονται τα επιτεύγματά του από τους γονείς, εν στενώ ή πλατύ οικογενειακώ κύκλω. Δαιδαλώδη συμπλέγματα ταλαιπωρούν την ψυχή του ετέρου αδελφού. Και πιο συγκεκριμένα: Η αρχαία Αθήνα (και όχι μόνον) σε 50 χρόνια δημιούργησε μία τεράστια κυψέλη πολιτισμού. Σήμερα, τα εγγράμματα εγγόνια της, επικεφαλής στην κουλτούρα τού μηδενός, διαπρέπουν στο όμφακες εισίν.

    Η εποχή μας είναι συλλεκτική, περιέχει ιδιαίτερες στιγμές κι απόψεις: ελπίδα για λιγότερο ελληνοκεντρισμό, χαρακτηρισμός ως ρατσιστικής κάθε επίκλησης της προσφοράς της κλασσικής Ελληνικής αρχαιότητας στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό, πρόταση για αποδυνάμωση της εθνικής ταυτότητας κ.α. Στο κοντινό μέλλον, όταν όλα αυτά θα έχουν τελειώσει, όταν οι ρεπούσειες εμμονές θα έχουν πάψει, θα περιγράφετε, θα μεταφέρετε στα παιδιά σας την σχιζοφρένεια τού σήμερα. Διότι είναι βέβαιο ότι θα αποτελεί παρελθόν η μανία αποεθνικοποίησης των ελληνοπαίδων. Εξάλλου, όπως είπε κι ο Σοφοκλής, το ψέμα δεν ζει για να γεράσει.

    Κατηγορία: