«Πρίγκηπας Κάσπιαν»: Η λαμπρή συνέχεια των «Χρονικών της Νάρνια»

  • Δημοσιεύτηκε: 07 Σεπτέμβριος 2008

    Τρία χρόνια μετά το «Χρονικά της Νάρνια: Το Λιοντάρι, η Μάγισσα και η Ντουλάπα» του Άντριου Άνταμσον, που μας υπενθύμισε την διάσημη χριστιανική σάγκα του Κλάϊβ Στέιπλς Λιούϊς, η Disney επιστρέφει με την δεύτερη ταινίας της σειράς με τον ίδιο σκηνοθέτη και τους ίδιους ηθοποιούς στους ρόλους των παιδιών της οικογενείας Πήβενσυ. Άξιζε όμως η αναμονή και κατά πόσο μένει πιστή στο πνεύμα του Λιούϊς;

    Γεννημένος στο Μπέλφαστ της Ιρλανδίας, ο Λιούϊς (1898- 1963) υπήρξε ο πιο διάσημος Βρετανός απολογητικός συγγραφέας του 20ου αιώνα. Αν και είχε βαπτιστεί Καθολικός, στα 16 του δήλωνε άθεος και ασχολήθηκε με τις ανατολικές θρησκείες. Όμως σε ηλικία των 30 χρόνων, όταν ήδη δίδασκε Μεσαιωνική Παράδοση στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, διάβασε τον «Αΐδιο Άνθρωπο» (The Everlasting Man) του θεολόγου και Δεξιού στοχαστή Γκίλμπερτ Κηθ Τσέστερτον. Τότε με την βοήθεια του φίλου και συνάδελφου του, Τζ.Ρ.Ρ.Τόλκιν, συγγραφέα του «Άρχοντα των Δακτυλιδιών», βαπτίστηκε για δεύτερη φορά στην Αγγλικανική Εκκλησία. Παρόλο που μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε Αγγλικανός, η άποψη του σε θέματα Σωτηριολογίας και η αντίληψη του για τον Παράδεισο και την Κόλαση ταίριαζαν με αυτήν της Ορθόδοξης και όχι της Καθολικής ή Προτεσταντικής Εκκλησίας. Κάτι που δεν πέρασε απαρατήρητο από τους Ορθόδοξους θεολόγους του εξωτερικού, όπως ο Κάλλιστος Γουέηρ, που έγραψε ένα διάσημο άρθρο για τον μεγάλο συγγραφέα, με τίτλο «Κ.Σ.Λιούϊς: Ένας ανώνυμος Ορθόδοξος;»

    Ανάμεσα στα καλύτερα έργα του Κ.Σ.Λιούϊς συμπεριλαμβάνονται το δοκίμιο «Η Αλληγορία της Αγάπης: Μελέτη για την Μεσαιωνική Παράδοση» και το αλληγορικό μυθιστόρημα «Τα Γράμματα του Διαβολάκου». Όμως αυτός ο γίγαντας της συντηρητικής σκέψης λατρεύτηκε για τα επτάτομα «Χρονικά της Νάρνια», που έγραψε για να εισάγει πιο εύκολα τα παιδιά στην Χριστιανική Διδασκαλία και όπου κυριαρχεί η σύγκρουση Καλού και Κακού. Από αυτήν την σειρά η Disney μετέφερε στην οθόνη πριν τρία χρόνια το δεύτερο βιβλίο με τίτλο «Το Λιοντάρι, η Μάγισσα και η Ντουλάπα». Σε αυτό τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας Πέβενσυ, Ο Πήτερ (Ουίλλιαμ Μοσέλεϋ), η Σούζαν (Άννα Πόπλγουελ), ο Έντμοντ (Σκάνταρ Κεϋνς) και η Λούσυ (Τζωρτζ Χένλεϋ) μεταφέρονται στην διάρκεια του πολέμου στην εξοχική κατοικία ενός καθηγητή. Εκεί στην διάρκεια ενός παιχνιδιού θα μεταφερθούν στην παράλληλη χώρα της Νάρνια, που βρίσκεται υπό την κατάρα της Λευκής Μάγισσας να υπάρχει χειμώνας, αλλά όχι Χριστούγεννα. Αλλά τα παιδιά θα συμμαχήσουν με το λιοντάρι Ασλάν, που είναι ο πραγματικός βασιλιάς της Νάρνια και τον στρατό του από ζώα, νάνους και κενταύρους και θα αποκαταστήσουν την τάξη. Ενώ θα ανακηρυχθούν σε βασιλείς και βασίλισσες της Νάρνια.

    Όπως έγραφα και στο άρθρο Τα Χρονικά της Νάρνια και οι αξίες της Χριστιανικής Δεξιάς, ο Ασλάν συμβολίζει τον Ιησού και η Νάρνια το Βασίλειο του Ιησού ή την Χριστιανική Αγγλία. Ενώ υπενθυμίζουμε ότι η πρώτη ταινία αγκαλιάσθηκε από τους συντηρητικούς και χριστιανικούς κύκλους σε όλον τον κόσμο, με μοναδική εξαίρεση την Ελλάδα.

    Στην δεύτερη ταινία που βασίζεται στον «Πρίγκηπα Κάσπιαν», τα τέσσερα παιδιά ζουν αρχικά στον ρεαλιστικό κόσμο της εμπόλεμης Αγγλίας. Έχοντας δει όμως τον πραγματικό κόσμο της Νάρνια, ασφυκτιούν. Και αυτό πρέπει να το δούμε θεωρώντας τον Χριστιανισμό ως μια πιο πραγματική ζωή κατά Παύλο και ως βασίλειο της Φαντασίας κατά τον ενορατικό ποιητή Ουίλλιαμ Μπλέηκ. Όταν όμως με ένα μαγικό τρόπο επιστρέψουν στην Νάρνια, θα την βρουν σε ερείπια. Στον ένα χρόνο που έχουν περάσει στην Αγγλία, αντιστοιχούν 1300 έτη στην Νάρνια. Ο Ασλάν έχει εξαφανισθεί και οι Τολμερίνοι έχουν καταδιώξει τους Ναρνιανούς (νάνους, ζώα, κενταύρους και μινώταυρους) που κρύβονται υποχρεωτικά στο δάσος.

    Εν τω μεταξύ ο βασιλιάς Μιράζ (Σέρτζιο Καστελλίτο) έχει υφαρπάξει τον θρόνο του νεκρού αδελφού του, Κάσπιαν του 9ου και κυβερνά αυτός αντί του νόμιμου διάδοχου, Πρίγκηπα Κάσπιαν. Όμως τώρα η γυναίκα του Μιράζ έχει γεννήσει γιο και οι μέρες του Κάσπιαν είναι μετρημένες. Όμως ο παλιός του μέντορας Δόκτωρ Κορνήλιος τον προειδοποιεί για τον κίνδυνο που διατρέχει και θα πάει να κρυφτεί στο δάσος. Εκεί θα σωθεί από έναν ασβό και έναν νάνο και θα αναλάβει να σώσει την Νάρνια παρόλο που είναι Ταλμερίνος. Ενώ τα τέσσερα αδέλφια θα τον αποκαταστήσουν τελικά στον θρόνο.

    Εδώ πρέπει να πούμε ότι στην Νάρνια τα ζώα δεν μιλούν και τα δένδρα δεν χορεύουν, όπως κατά την διάρκεια της βασιλείας του Ασλάν. Μάλιστα τα ζώα είναι επιθετικά και η Λούση κινδυνεύει από μια αρκούδα. Κάτι που θυμίζει την απομάκρυνση των ζώων από τον Αδάμ μετά την Πτώση. Επίσης υπάρχει μια σκηνή όπου η Λούση βλέπει τον Ασλάν, αλλά οι άλλοι την αμφισβητούν. Τότε εκείνη τους λέει ότι δεν τον είδαν γιατί δεν το ήθελαν. Και ότι πρέπει να τον πιστέψουν για να τον δουν. Έτσι το ταξίδι των παιδιών είναι ένα ταξίδι για να βρουν τον Ασλάν, δηλαδή για να πιστέψουν ξανά. Αν και στο βιβλίο τους αποκαλύπτεται σιγά- σιγά όσο αυτοί είναι έτοιμοι για να τον δεχθούν και να τον πιστέψουν. Επίσης ο ρόλος του Ασλάν είναι υποσκελισμένος στην ταινία. Εμφανίζεται μόνο στο τέλος και αρχικά μόνο στην Λούσυ, η οποία δεν τον αρνείται αλλά ντρέπεται να το δείξει.

    Εδώ βέβαια έχουμε το άθεο πνεύμα του Διαφωτισμού, που αμφισβητούσε το πνευματικό κόσμο του Ασλάν (Ιησού) και της Νάρνια (φαντασία, αλλά και Χριστιανισμός) Κάτι που υπάρχει και στο βασίλειο του Μιράζ, όπου οι ιστορίες της Παλιάς Νάρνια θεωρούνται παραμύθια και επικίνδυνες ιστορίες. Για αυτό ο Λιούϊς βάζει τον Ασλάν να συμμαχεί με τον θεό Βάκχο, τους Σάτυρους και τις Μαινάδες για να γκρεμίσουν τα σχολεία όπου διδάσκουν στα παιδιά την αθεΐα. Πρέπει να πούμε ότι ο Λιούϊς πίστευε ότι τα πνευματικά - θρησκευτικά θέματα γινόταν καλύτερα αποδεκτά από τους παγανιστές για αυτό δημιούργησε έναν Χριστιανικό Παγανισμό για να τους προσηλυτίσει. Αυτή η σκηνή δυστυχώς απουσιάζει από την ταινία.

    Όμως από την άλλη, ο Άνταμσον έφτιαξε επιτέλους την πολεμική ταινία που πάντα ήθελε, με μάχες ισάξιες του «Άρχοντα των Δακτυλιδιών» του Πήτερ Τζάκσον. Κάτι που δεν μπορούμε να πούμε για την πρώτη ταινία. Η σκηνή της πολιορκίας του κάστρου είναι από τις καλύτερες του έργου και εκεί είναι που ο Κάσπιαν μαθαίνει για τον θάνατο του πατέρα του και ο Μιράζ αποδεικνύεται δικτάτορας και εραστής της εξουσίας και του πλούτου που συνδέονται μαζί της. Επίσης εκπληκτική είναι η σκηνή της μάχης ανάμεσα στα στρατεύματα της Νάρνια και του Μιράζ με όλα τα παιδιά (ειδικά η Σούζαν και ο Έντμοντ) να αποδεικνύονται δεινοί πολεμιστές. Ενώ η τελική σκηνή, μετά την εμφάνιση του Ασλάν, φέρνει στον νου τον τρόπο που ο Θεός εξολόθρευσε τον Αιγυπτιακό στρατό στο ιερό βιβλίο της «Εξόδου».

    Γενικά πρόκειται για μια εκπληκτική πολεμική ταινία με πολλά χριστιανικά μηνύματα. Όπως ο Κάσπιαν που μαθαίνει ότι η εκδίκηση τυφλώνει και ότι υπάρχουν ηθικά όρια για έναν μαχητή και τον τρόπο που ένας πρίγκιπας μπορεί να κερδίσει τον θρόνο. Ενώ ο Πήτερ που υποκύπτει στα αμαρτήματα της απιστίας και της περηφάνιας, τελικά πιστεύει και μαθαίνει να δέχεται την βοήθεια των άλλων. Μόνη ιδεολογική μας αντίρρηση η ύπαρξη μαύρων κενταύρων και η τοποθέτηση τους στην θέση των στρατηγών της Νάρνια. Πέρα όμως από αυτό, εμείς συνιστούμε την ταινία στους οπαδούς των παραδοσιακών αξιών, ειδικά στους γονείς που αναρωτιούνται τι ταινίες να προτείνουν στα παιδιά τους.

    * ο Γιώργος Πισσαλίδης είναι κριτικός κινηματογράφου και αυτήν την περίοδο συγγράφει το βιβλίο «Ο Σύγχρονος Κινηματογράφος της Δεξιάς».


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 30ης Αυγούστου 2008 της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος.

    Κατηγορία: